Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Τα αζήτητα και τα αθέατα

Ο παρίας χρόνος, αυτός που δεν κλώθει το μαργαριτάρι, ο ημερομίσθιος, ζαλώνεται με μπάζα και χαλάσματα και εικόνες και φλας. Τραβώντας την πρίζα, η μνήμη ήταν που κάηκε πρώτη. Και μόνο τότε κατάλαβα τα σκουλήκια της να αργοπεθαίνουν πάνω στο φλοιό μου. Τα μαζεύω, τα συλλέγω σε βαζάκια, γίνονται μύγες. Είμαι ο μόνος απ' το λοιμοκαθαρτοκολαστήριο του Φραγκιά που έστω και με κομπίνα θα ανταμειφθεί με φύλλο πορείας. Και πού να πάω; Με περιμένουν πολλοί έξω και δεν ξέρω ποιον να διαλέξω χωρίς να δυσαρεστήσω τους υπόλοιπους.

Φυλλορροεί η έμπνευση, την αναπληρώνω με ενέσεις παραφράσεων (σ' ευχαριστώ Μαρία Γιαγιάννου για την γνωριμία και τη σελίδα 59+1 της Μελανίππης σου): «Είμαι δούρειος Ιάσονας. Κρύβω μέσα μου έναν πουτσαρά Οδυσσέα. Αλλά δεν έχει αρχίδια, είναι δειλός. Βρίσκομαι στημένος μέσα στην Τροία και περιέχω τον εαυτό μου τον πολυμήχανο. Δηλαδή, τι να σου πω, χαρά στον πολυμήχανο. Ακόμα δεν έχω καταφέρει να βγω από τον ξύλινο ίππο, μόνο κάθομαι στον πύργο ελέγχου παριστάνοντας ότι είμαι ένα με το ξόανο. Τι κι αν η Σελήνη με παροτρύνει να ξαμολήσω τις στρατιές...Τι κι αν θέλω σαν τρελός να κατακτήσω την Τροία...Για ένα αδειανό φουστάνι, πορτοκαλί σαν τον ήλιο, δεν αξίζει να βγάλω απ' την κρύπτη το τέρας. Δεν αξίζει...»

Καλό μου τέρας, δεν είμαι σαν κι εσένα. Δεν ορίζω μέρα και νύχτα, ο χρόνος κι εγώ κατρακυλάμε σε μια πλαγιά αλληλομαχαιρωμένοι, ενιαίοι και αδιαπραγμάτευτοι (μη γελάς, την έχω ακούσει τη νύχτα εγώ. Δεν είμαι τυχαίος...Μη γελάς...).
Δεν ορίζω χαρά και θλίψη. Χαράζω πάνω στο στιλπνό σου τρίχωμα τα ιδεογράμματα του καινούριου μου εφιάλτη. Μελετάω πυρετωδώς τακτικές επαναστατικού ανταρτοπολέμου, χωρίς αιχμαλώτους, χωρίς συνθήκες της Γενεύης ή συμφωνίες της Βάρκιζας. Διψάω. Το ταξικό μίσος βράζει. Πρέπει να νικήσουμε την έκτη στο ποδόσφαιρο! Μα γιατί να πολεμήσουμε αφού και πάλι θα νικήσουμε; Δεν αμέλησα να συμπληρώσω ποτέ οποιοδήποτε χαρτί μου έβαλαν μπροστά στη μούρη μου, δεν αποσημαίνω τα κόκκινα φανάρια, δεν προχωράω με τα χέρια σε αεροδυναμικά σχήματα, και στα ερωτικά πάθη την έβγαλα καθαρή με μια πολιτισμένη ισοπαλία.
Βαρέθηκα.
Πότε θα μου στείλεις πεσκέσι μια ξεγυρισμένη νέμεση;
Μια ήττα πρόθυμη να ανοίξει διάπλατα τα πόδια της σε όλο μου το σκοτάδι;
Έναν αμοιβαίο οργασμό θανάτου;
Προς το παρόν σηκώνω το κινητό τουλάχιστον τρεις φορές τη μέρα, σημάδι ότι μπορεί να τα καταφέρω τελικά.

Κλείνω. Να σου πω μόνο ένα τελευταίο: Στα διάφορα που με ενοχλούν, πάνω απ' όλα
είναι που πολλές προτάσεις μου (ακόμα και μετά από όλο το φως που με λούσανε)
συνεχίζουν να εισάγονται με δεν.

Κι η μόνη μου θλίψη; Φοβάμαι πως εκείνη δε με διαβάζει όπως παλιά.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Άρης Ταστάνης


Τα σαλιγκάρια της «σειράς μας»
 Ακροβατούν στις σκάλες του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς
…Μεγάφωνα στη διαπασών
Προσκυνούν τη χάρη σου λαέ μου… 
Όλοι οι δρόμοι σήμερα
Οδηγούν στο αύριο… 
Δέκα χρόνια μετά
Πόσο μακρινή κείνη η νύχτα της φωτιάς…
Πόσος σκοτεινός ο ουρανός απόψε



Συγνώμη που άνοιξα την τσάντα σου...

Μεσάνυχτα στο Μετρό του Αγίου Δημητρίου. Βοήθησα μια κοπέλα που είχε λιποθυμήσει, μάλλον από υπερβολική δόση. Έμοιαζε αβοήθητη, το μάτι της ήταν άδειο, τα μέλη της είχαν λυθεί -άγριο θέαμα. Χυνόταν κυριολεκτικά στο πεζοδρόμιο. Κάλεσα το 166, περίμενα μια ώρα, τελικά πήρα το τελευταίο λεωφορείο αφήνοντάς την σε μια παρέα από πιτσιρίκια. Με καθησύχασαν, θα την πρόσεχαν. Αξιόπιστα μέσα στη χαζομάρα τους. Ελπίζω να γλίτωσε (δεν έμαθα ποτέ). Θα μπορούσαμε να την είχαμε αφήσει όλη νύχτα λιπόθυμη, εκτεθειμένη και τρομαγμένη. Στη μεγάλη πόλη ένα φάντασμα αλληλεγγύης πλανιέται. Και με κάνει να χαμογελώ.