Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Οδυσσέας Ελύτης

"Ακατανόητο, ρομαντικό, ανίερο μοιάζει να το λέμε αυτό σήμερα. Λησμονούμε ότι χωρίς αγαθά υλικά ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα. Κι ότι αυτή η «σταματημένη ζωή», οπως την αποκαλούμε σήμερα υποτιμητικά, υπερσκελίζοντας κάθε αίσθημα αστάθειας, βοηθούσε τότε τους ανθρώπους ν΄αντιλαμβάνονται την πρόοδο με τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά μέτρα΄ που σημαίνει ότι
 η διάρκεια, σαν χρυσό νήμα σ΄ένα κέντημα, έδενε περασμένα και τωρινά, ευτελή και πολύτιμα, φυσικά και υπερφυσικά, μ΄έναν τρόπο που δε γίνεται να ξαναγνωρίσουμε ποτέ.

Χωρίς λοιπόν να νοσταλγώ, μ΄αυτά που λέω, τους αργαλειούς ή τις πέτρες των ελαιοτριβείων, απλώς μακαρίζω τα χέρια τ΄ανθρώπινα που, με το να φθείρονται εκείνα στην κλίμακα την ατομική, αποκτούσανε τη δύναμη να σταματούνε τη φθορά στην κλίμακα την ομαδική"

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Πρέζα ή ούζο;

Όποιος ζει μόνος, είναι ή αγρίμι ή θεός

Knochenlust

Θάψε τους νεκρούς σου
Σε φροντισμένο τάφο, με πολλά λουλούδια.
Μην τους αφήσεις άταφους, μην περιμένεις να βρικολακιάσουν -ίσα-ίσα, να επιστρέφεις
για να ανοίγεις το φέρετρό τους
και να το εξετάζεις για τυχόν σημάδια που έκαναν με τα νύχια τους
προσεκτικά απόθεσέ τους
πλύνε τα κόκκαλα με λάδι και κρασί
και χάιδευε τα τρυπημένα κρανία στο οστεοφυλάκιο


Ερημιά στο νεκροταφείο.
Μόνος σου κάτω απ' τις οξιές
Ένας επικήδειος να υμνεί τις ιδέες για τις οποίες πέθαναν
εσύ τον γράφεις
εσύ θα τον διαβάσεις
εσύ θα τους συγχωρέσεις τα κρίματά τους
εσύ θα αναψηλαφήσεις τα λάθη τους
εσύ θα επαινέσεις τον ηρωισμό τους
και στο τέλος θα ζητήσεις ανάπαυση
για την ψυχή σου.

Ο νεκρός είναι το σύμβολο της πιο απεγνωσμένης επανάστασης. Μάχεται τη σύγχρονη αντίληψη του χρόνου.
Χάρη στη θυσία του ξεκινάμε
εκείνο το μεγάλο ταξίδι που θα μας συμφιλιώσει με τον προορισμό μας.

Διάφοροι ήχοι στο νεκροταφείο -παράξενο
Κοιτάς τριγύρω
Ψυχή ζώσα
Εκατομμύρια βήματα μέτρησες προς κάθε κατεύθυνση κι ακόμα να φανεί εκείνη η πύλη

Δεν έχω μνήμη από κανένα μέρος
Μη λησμονήσεις την ταρίφα για τον βαρκάρη.
Όλα πρέπει να γίνουν σωστά




Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Black Death Testimonies (1347-1350 A.D)


Η αρχή του κακού: «Τον Ιανουάριο του σωτήριου έτους 1348, τρεις γαλέρες προσορμίστηκαν στη Γένοβα, οδηγημένες από έναν τρομερό άνεμο από την Ανατολή, μολυσμένες φριχτά και φορτωμένες με μπαχαρικά και άλλα πολύτιμα αγαθά. Όταν οι κάτοικοι της Γένοβας το πληροφορήθηκαν, και είδαν πόσο γρήγορα κολλούσε ο ένας από τον άλλον, έδιωξαν μακριά από το λιμάνι πλοία και πληρώματα με φλεγόμενα βέλη και άλλες πολεμικές μηχανές. Γιατί κανείς δεν τολμούσε να τους αγγίξει, ούτε να συναλλαχθεί μαζί τους. Γιατί εάν το έκανε, θα πέθαινε σίγουρα. Και έτσι σκόρπισαν τη μόλυνση από λιμάνι σε λιμάνι» (De Smet, Breve Chronicon clerici anonymi. Recueil des Chroniques de Flandres, Vol. III)

Μεσσίνα, Ιταλία: «Ο Αρχιεπίσκοπος της Κατάνιας έφτασε στη Μεσσίνα μεταφέροντας μαζί του αγιασμο.  Και στην πόλη εμφανίστηκαν δαίμονες με τη μορφή σκύλων, που έφεραν τρομερά πλήγματα στα σώματα των ανθρώπων. Και οι πολίτες τρομοκρατήθηκαν και δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους. Ωστόσο, από κοινή ανάγκη και κάτω από τις εκκλήσεις του αρχιεπισκόπου, αποφάσισαν να περπατήσουν αποφασισμένα σε όλο το μήκος της πόλης κάνοντας λιτανεία. Καθώς όλος ο πληθυσμός βάδιζε στους δρόμους, ένας μαύρος σκύλος, με ζωγραφισμένο ξίφος στα πέλματά τους, εμφανίστηκε και ορμούσε δαγκώνοντας τους πάντες και σκόρπιζε τα κεριά και τις λαμπάδες και τα κηροπήγια στους βωμούς. Ολοι οι κάτοικοι της Μεσσίνα καταλήφθηκαν από τρόμο» (Michael of Piazza)

Σιέννα, Ιταλία: «Πατέρας εγκατέλειπε το παιδί του, γυναίκες, άντρες...αφού αυτή η ασθένεια έμοιαζε να μεταδίδεται με την αναπνοή, ακόμα και με το βλέμμα. Και έτσι απλώς πέθαιναν. Και δε βρισκόταν κανείς να θάψει τους νεκρούς ούτε με αμοιβή ούτε από συμπόνοια. Και σε όλη τη Σιέννα ανοίχθηκαν μεγάλοι λάκκοι και γέμισαν με σωρούς πτωμάτων. Και εγώ, ο Ανιόλο της Τούρα, με παρατσούκλι ο "χοντρος", έθαψα τα πέντε παιδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Και έτσι υπήρχαν τόσοι πολλοί νεκροί και τόσο ελαχιστα καλυμμένοι με χώμα που τα σκυλιά τους τραβούσαν και καταβρόχθιζαν τα πτώματα» (Cronica Senese di Agnolo di Tura del Grasso, Muratori, Rerum Italicarum Scriptores, 15, VI)

Αγγλία: «Το έτος 1348, στην κομητεία του Ντόρσετ, λίγο πριν τη μεγάλη γορτή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, προσορμίστηκαν δύο πλοία, ένα ερχόμενο από το λιμάνι του Μπρίστολ. Ενας από τους ναύτες είχε φέρει μαζί του τους σπόρους της τρομερής πανούκλας και, από αυτόν, μολύνθηκαν οι άνδρες της μικρής πόλης του Μελκομπ. Ηταν οι πρώτοι που μολύνθηκαν σε όλη την Αγγλία» (Α. Grandsen, "A 14th Century Chronicle from the Grey Friars at Lynn". Eng. Hist. Rev., Vol. LXXII, 1957)

Φλωρεντία: «Και μέσα στην ακρότητα των βασάνων και όσων υπέφερε η πόλη μας, βιάστηκε και καταπατήθηκε η αυθεντία των νόμων, ανθρώπινων και θεικών. Βιάστηκε και σχεδόν καταλύθηκε επειδή έλειπαν αυτοί που θα εξέδιδαν και θα επέβαλλαν τους κανόνες. Πολλοί από αυτούς ήταν είτε νεκροί είτε άρρωστοι, όπως και οι υπόλοιποι πολίτες και τόσο στερημένοι από υπηρέτες ώστε ήταν ανίκανοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε υπηρεσία. Κι έτσι ο καθένας έκανε μόνο ό,τι ήταν σωστό στα δικά του μάτια [...] Θα ήταν ανιαρό να αναπολήσω πώς πολίτης απέφευγε πολίτη, πως εξέλιπε κάθε αίσθημα οικειότητας ανάμεσα σε γείτονες, πώς οι συγγενείς κρατούσαν αποστάσεις και δε συναντιούνταν ποτέ ή έστω πολύ αραιά. Και αυτή η πικρή στενοχώρια κατακτούσε τόσο τα μυαλά ανδρών και γυναικών που, εξαιτίας του τρόμου, αδελφός αρνιόταν τον αδελφό, θείος τον ανηψιό, αδελφός την αδελφή και πολλές φορές άνδρας τη γυναίκα του. Και ναι, το αδύνατο να το πιστέψει κανείς, γονείς τα παιδιά τους -τα άφηναν μόνα και χωρίς φροντίδα, στη μοίρα τους, σα να ήταν ξένα...» (Βοκκάκιος, Δεκαήμερο).  

Βασιλιάς Μάγκνους Β', Σουηδία: «Ο Θεός τιμωρεί εμάς τους ανθρώπους για τις αμαρτίες μας με τη μεγάλη τιμωρία του αιφνίδιου θανάτου. Οι περισσότεροι άνθρωποι στα δυτικά της χώρας μας είναι νεκροί. Τώρα ξεσπάει στη Νορβηγία και την Ολλανδία και πλησιάζει το βασίλειο μας»

Μεσαιωνική ιατρική: «Η πρόκληση αιμορραγίας ήταν σημαντικότερο κομμάτι της θεραπείας παρά της πρόληψης της ασθένειας. Το αίμα που εβγαινε από το σώμα του ασθενούς ήταν συνήθως μάυρο και πηχτό. Και ήταν ακόμα χειρότερο για τον ασθενή εάν αναδυόταν στην επιφάνεια μια πράσινη μούχλα. Ο Ιμπν Κατιμά συμβούλευε, κάπως άκαρδα, πως, εάν ο ασθενής λιποθυμούσε, έπρεπε να τον βρέξουν με παγωμένο νερό και να συνεχίσουν την θεραπεία. Πολλοί χειρούργοι έκαναν τομές απρόσεκτα για να βγάλουν το μολυσμένο αίμα. Ο Ιωάννης της Βουργουνδίας ήταν περισσότερο επιστημονικός. Πίστευε στην ύπαρξη κύστεων από όπου το δηλητήριο θα μπορούσε να αφαιρεθεί χωρίς πρόβλημα. Οι σατανικές αναθυμιάσεις, πίστευε, έμπαιναν στο αίμα από τους πόρους του δέρματος και μεταφέρονταν με το αίμα είτε στην καρδιά, είτε στο συκώτι είτε στον εγκέφαλο. Οταν χτυπάει την καρδιά η τομή πρέπει να γίνεται στην αντίστοιχη κύστη -στη μασχάλη. Εάν δε βρεθεί διέξοδος μεταφέρεται στο συκώτι και η τομή πρέπει να γίνει στην κοιλιακή χώρα. Έπειτα το δηλητήριο μετακινείται στον εγκέφαλο και πλέον χρειάζεται να γίνει τομή είτε πίσω από το αυτί είτε στο λαιμό. Κοινό και μοιραίο λάθος ήταν να γίνεται η τομή σε λάθος μέρος του σώματος. Οχι μόνο σπαταλιόταν πολύ καλό αίμα αλλά τα ζωτικά όργανα καταστρέφονταν συνήθως από το ακάθαρτο υγρό που χρησιμοποιούσαν για τις μεταγγίσεις»  (Philip Ziegler, The Black Death. Pelican Books, 1969).  

Σκωτία: «Το έτος 1350, εξαπλώθηκε στο βασίλειο της Σκωτίας, μια τόσο μεγάλη μεταδοτική ασθένεια, που κανένας άνθρωπος δεν είχε ξανακούσει, ούτε είχε καταγραφεί ποτέ στα βιβλία, από την αρχή του κόσμου μεχρι τον καιρό μας. Αυτά είναι για την ενημέρωση των κατοπινών ανθρώπων. Γιατί η πανούκλα χτύπησε με τέτοιο άγριο μένος που σχεδόν το ένα τρίτο της ανθρωπότητας λέγεται πως πλήρωσε το χρέος στη φύση. Το θέλημα του Θεού ήταν αυτό το κακό να οδηγεί σε ένα παράξενο και απευκατίο είδος θανάτου, εφόσον η σάρκα του αρρώστου έσκαγε και πρηζόταν και έφευγε από τη γήινη ζωή του μέσα σε δυο μέρες» (Chronicle of the Scottish Nation, Edinburgh 1872). 

Ιρλανδία: «Κι εγώ, ο αδελφός Τζών Κλιν, του Τάγματος των Μικρών Αδελφών και της μονής του Κίλκεννυ, έγραψα σε αυτό το βιβλίο όλα τα αξιοσημείωτα πράγματα που συνέβησαν στην εποχή μου, που είδα με τα ίδια μου τα μάτια ή έμαθα από ανθρώπους αξιόπιστους. Και στην περίπτωση που αυτά τα αξιομνημόνευτα πράγματα εξαφανιστούν με το χρόνο και σβηστούν από τη μνήμη όσων θα μας διαδεχθούν, έχοντας δει όλα αυτά τα δεινά και όλον τον κόσμο, όπως τον ξέρουμε, να μπαίνει μέσα στη χούφτα του Διαβόλου, και νιώθοντας να είμαι ήδη ανάμεσα στους νεκρούς, περιμένοντας τον θάνατο να με επισκεφθεί, έγραψα με κάθε αλήθεια όλα τα πράγματα που άκουσα. Και, στην περίπτωση που το γραφτό χαθεί μαζί με το συγγραφέα και η δουλειά μαζί με τον εργάτη, αφήνω παραγγελία να συνεχιστεί το έργο αυτό, εάν κατά τύχη διασωθεί από την επιδημία έστω και ένας από τη γενιά του Αδάμ και συνεχίσει τη δουλειά μου» (Friar John Clyn, Annals of Ireland, Dublin, 1849).

Ελισαβετ Παπαδοπουλου, Επαρχιωτικο μπλουζ. Υπογειες Ιστοριες-ιστοριες στο μετρο. Αθηνα 2008

Ηθελα να προλαβω πριν μου την παρει ο επομενος συρμος, να της πω οτι ηρθα απο μια αλλη πολη επειδη μονος μου γνωματευσα οτι μου προκαλουσε ασφυξια, ψαχνοντας μεσα στον κοσμο για κεινο το μυστικο μονοπατι που μονο στο ονειρο μου εβλεπα και νομιζα οτι αυτο το μονοπατι αντιπροσωπευει εναν τοπο. Και ποτε μεχρι τωρα δεν σκεφτηκα οτι μπορει να αντιπροσωπευει εναν ανθρωπο, κι ας λενε οτι δεν μπορεις να στηριξεις μια ολοκληρη ζωη πανω σ εναν αλλον. Και το λενε αυτο επειδη την καριερα και ολα τα σχετικα τα οριζεις μονος σου, ομως ξαφνικα εκεινο το πρωι, αυτο μου φανηκε μια μπαρουφα, επειδη ξερω πολλους που εφαγαν μια ζωη δουλευοντας και κατεληξαν στα σκατα.Και τοτε η μικρη ξανθια με προφτασε πανω στην επομενη σκεψη και μου ειπε: "Θελεις να με πας καπου;", κι εγω θελησα να γελασω και να διαλυθω γελωντας σε ενα δισεκατομμυριο μικρα κομματακια, επειδη με μια μονο ερωτηση ελυσε ολο το αινιγμα της ανθρωπινης υπαρξης. Δεν ειχα να την παω πουθενα και τοτε καταλαβα γιατι υπαρχουν τυποι που πεθαινουν καθημερινα ξεπληρωνοντας τα δανεια τους. Την κοιταξα καλυτερα κι ειχε ξανθο χνουδακι στο πανω χειλος της, κι ειχε κατι που θα μπορουσε να με κρατησει στη ζωη, ακομα και στην περιπτωση που τα ονειρα μου δεν ηταν τοσο μικρα ωστε να μπορουν να πραγματοποιηθουν. 

"Το αίμα μας θα πέσει πάνω στο Λευκό σας Οίκο": Αουγκούστο Σέζαρ Σαντίνο


Από το 1909 έως το 1926 οι ΗΠΑ ενεργούσαν ως εντολοδόχος δύναμη στη Νικαράγουα. Στις 6 του Γεναρη του 1927, για την καταστολή ενός αντικυβερνητικού κινήματος, Αμερικανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο λιμάνι Κοριέντες, στην ακτή του Ειρηνικού. Στη διάρκεια όλου του μήνα 16 πολεμικά πλοία έμφορτα με πολεμικό υλικό έφταναν ως ενίσχυση του (τοποθετημενου επισης από τις ΗΠΑ) "προέδρου" Αντόλφο Ντιας, αποβιβάζοντας 3.900 στρατιώτες, 865 πεζοναύτες και 215 αξιωματικούς. Στις 9 του Φλεβάρη ο Αντόλφο Ντιας δεσμεύτηκε για την παραμονή των στρατευμάτων, παραδεχόμενος πως η κυβέρνησή του δεν ήταν παρά ένα δίκτυο εξυπηρέτησης ξένων συμφερόντων τα οποία εγκατέλειπαν πλέον τα προσχήματα και επιχειρούσαν στρατιωτική κατοχή.
Οι αρχηγοί της εξέγερσης συμφώνησαν να διαπραγματευτούν με τον επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος, συνταγματάρχη Χένρυ Στίμσον, απεσταλμένου του αμερικανού προέδρου Κάλβιν Κούλιτζ. Οι επαναστάτες στρατηγοί συμφώνησαν να καταθέσουν τα όπλα. Ολοι, εκτός από έναν, τον Αουγκούστο Σέζαρ Σαντίνο...
Την 1η Ιουλίου 1927, o στρατηγός Σαντίνο απήυθυνε το πρώτο διάγγελμά του από το Σαν Αλμπίνο, ένα χωριό στη βόρεια Νικαράγουα. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένας επικός αγώνας ο οποίος δεν θα σταματήσει με την ύπουλη δολοφονία του το 1934, αλλα θα συνεχιστεί από τους πολιτικούς του επιγόνους (Κάρλος Φονσέκα Αμαντόρ, Σάντος Λόπες, Χόρχε Ναβάρο κ.ά.) που θα θριαμβεύσουν-ως Σαντινίστας- το 1979 έναντι της στυγνής δικτατορίας του Σομόζα. Το ύφος του κειμένου, με το οποίο ξεκίνησε η "Εφοδος στον Ουρανο" για ένα απο τα μαζικοτερα απελευθερωτικα κινηματα της Λατινικης Αμερικης, το κατατάσσει δίκαια στα κορυφαία δείγματα επαναστατικής ρητορικής:
"Υποσχομαι στη χωρα μου και στην ιστορια ότι το σπαθί μου θα αποκαταστήσει την εθνική τιμή και θα φέρει λευτεριά στους κατακτημένους. Θα σηκώσω το γάντι που μας ρίχνουν οι αισχροί κατακτητές και προδότες της πατρίδας μου. Οι άνδρες μου κι εγώ θα χτίσουμε έναν τοίχο πάνω στον οποίο οι μυριάδες εχθροί της Νικαράγουας θα τσακιστούν και θα νικηθούν. Αλλά και αν οι άνδρες μου σκοτωθούν ζητώντας τη λευτεριά, θ αφησουν τα κόκκαλα πολλών ταγμα΄των επιδρομέων να ασπρίζουν στις πλαγιές των βουνών της πατρίδας μας. Ελάτε, σκοτώστε μας στη χώρα μας όσοι πολλοί κι αν είσαστε! Θα σας περιμένω σαν αρχηγός γνήσιων πατριωτών. Κι αν μας σκοτωσετε, το αίμα μας θα κυλίσει πάνω στους άσπρους τοίχους του Λευκού σας Οίκου, αυτής της φωλιάς μέσα στην οποία εξυφαίνονται εγκληματικά σχέδια"

"Μην ξεχασετε να πειτε στο συντροφο Σταλιν τι συνεβη εδω περα". Ημερολογιο Θανατου, Mauthausen 1944


Εχω τη γνωμη οτι η πλατεια ειναι ερημη, ενω μονο οι αιχμαλωτοι ειμαστε πανω απο 5.000. Μια στιγμη και αφου καθε ενας απο τους θανατοποινιτες ειναι απεναντι στη θελια του, τη σιωπη σπα μια λυσσασμενη κραυγη του λοχια των SS: "Auf! Auf!" (πανω!) και αμεσως βλεπω το Ρωσο και ανεβαινει καμαρωτος το σκαλακι. Με ψυχραιμια μεγαλη  και υπομονη βαζει στο λαιμό του τη θελια, εγω αρχιζω να κρυωνω και απο κατω με αλλη φωνη δε θυμουμαι τι ειπε το σκυλι στο Ρωσο που κρατα το σκαλακι. Εκεινος το σερνει προς την πλευρα του, τραβιεται κανα μετρο. Ο κρεμασμενος μολις επεσε με το βαρος του στο κενο, αρχιζει να κουνα, να αιωρειται ολος μαζι. Ποσος χρονος περασε για να τοποθετηθει μπροστα στο δευτερο μελλοθανατο το σκαλακι και ν ακουσω παλι το "Auf", δε μπορω να προσδιορισω. Εγω στεκομαι μετα βιας απο φοβο μην πεσω και με στειλουν στο κρεματοριο. Σε λιγο και ο δευτερος Ρωσος αιωρειται, παει κι αυτος. Τωρα συνεβη κατι που απ ολους τους παρευρισκομενους στην εκτελεση, αιχμαλωτους, διοικητες και στρατιωτες, εκτελεστες και γραμματεις, κανεις δεν περιμενε, ισως ουτε κι ο τριτος Ρωσος θανατοποινιτης. Ισως, λεω, δεν ξερω, ισως να το αποφασισε και αυτος την τελευταια στιγμη. Αυτη ειναι η γνωμη μου αλλα και παλι, λεω, δεν ξερω. Αυτο που ειδα με τα ματια μου και ακουσα με τ αυτια μου ειναι οτι μόλις ο Ρωσος που κατα διαταγην μετακινουσε στο σκαλακι, το εβαλε μπροστα στον τριτο Ρωσο που ειχε σειρα να κρεμαστει, αυτος δεν περιμενε να παρει τη διαταγη απο το λοχια SS. Δεν περιμενε ν ακουσει το "Auf". Μολις το σκαλακι βρισκεται μπροστα του, βγαινει απανω γρηγορα-γρηγορα, κρατα την αγχονη (το σκοινι) με το ενα χερι του. Και δυνατα φωναζει μερικες φρασεις. Αυτο μεχρι να συνελθουν οι εκτελεστες και μπηξουν τις φωνες μεταξυ τους και εναντιον του. Εγω δεν ξεκαθαρισα τι ειπε, μονο δυο λεξεις εβγαλα, τη λεξη "ταβαρις" και τη λεξη "Σταλιν". Οπως αργοτερα μου εξηγησε ενας Ρωσος που κοιμομασταν μαζι στον θαλαμο, ο μελλοθανατος ειπε, μιλωντας σε πανω απο 2.000 Ρωσους ομηρους να κανουν κουραγιο και οτι θα τελειωσει ο πολεμος γρηγορα, μονο να μην ξεχασουν να πουν στον Σταλιν τις θηριωδιες των Ναζι...Φωναζει σα σκυλι λυσσασμενο ο αρχιεκτελεστης, βαζει το κεφαλι του ο Ρωσος στην αγχονη και αμεσως τρομαγμενος ο αλλος απο κατω, τραβηξε το σκαλακι, ίσως λιγο πιο νωρις -δεν ξερω. Μολις το σκαλακι εφυγε, σε μικρο, απροσδιοριστο διαστημα, τα σωματα των επαυαν να αιωρουνται...
Μαρτυρια Ιωαννη Ξενοφ. Αρναντωνακη, Μεσκλα Κυδωνιας Χανιων (1927-1982) 

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Oκτάβιος Μερλιέ, Athenes Modernes (1930)

«Αν πρωτεύουσα είναι εκείνη που αναπτύσσεται σε ένα όσο γίνεται πιο αρμονικό, ευνοϊκό και πλούσιο σε αναμνήσεις περιβάλλον· αν μια πρωτεύουσα οφείλει να συγκεντρώνει τη διανόηση, τον πλούτο, την εξουσία, την έκφραση της πολύπλοκης ζωής ενός ολόκληρου λαού· αν μόνο σε μια πρωτεύουσα βρίσκεις εκτεθειμένα όλα τα έργα της ευφυΐας, της σκέψης, της ευαισθησίας, της τέχνης· αν εκεί διασταυρώνονται όλη η τόλμη, όλες οι φιλόδοξες και αφιλοκερδείς αναζητήσεις· αν αντιπαρατίθενται όλα τα ταλέντα· αν τέλος περιμένεις από μια πρωτεύουσα να μην αγνοεί τίποτα από όσα αποτελούν τη ζωή, τη σκέψη και τη σύγχρονη τέχνη της Ευρώπης, η Αθήνα, που είναι ταυτόχρονα η καρδιά και το κεφάλι της Ελλάδας, που γνωρίζεις όλες τις λογοτεχνίες και απολαμβάνει κάθε χρόνο μερικούς από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του κόσμου, η Αθήνα είναι οπωσδήποτε πρωτεύουσα. Αλλά πρωτεύουσα εκατό ετών. Δεν θα ‘πρεπε ωστόσο να κρίνεις μια πόλη και έναν λαό, όπως και ένα βιβλίο ή έναν συγγραφέα, σε συνάρτηση με τις γενιές μέσα από τις οποίες καθιερώνεται η προσωπικότητά τους; Και να βασίζεσαι περισσότερο στο περιεχόμενο παρά στη μορφή που χάνεται; Μια πόλη λοιπόν, περισσότερο από ένα βιβλίο, μπορείς να την καταλάβεις τελείως και να την χαρείς μόνο αν την αποκαταστήσεις στο χρονικό της πλαίσιο. Το να την επανατοποθετήσεις στην εξελικτική της ιστορία δεν σημαίνει να προσπαθήσεις να κρύψεις τα ελαττώματά της, σημαίνει να υπογραμμίσεις τις δυσκολίες των πραγμάτων και τις προσπάθειες των αλλεπάλληλων γενεών»

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Ημερολόγιον Πολιορκίας, 25η Μαρτίου 1826: Οι ημίθεοι της Κλείσοβας


Μπαίνοντας Mάρτης, ο Ιμπραήμ ήθελε να τελειώνει με το απόστημα, τα θρασύτατα ανθρώπινα ράκη που είχαν ακόμα ανάσα να αντιστέκονται. Έβαλε το στολο του να χτυπάει νύχτα μέρα, όπλισε κι ένα στολίσκο με λατζόνια και τον έριξε μέσα στη λιμνοθάλασσα να ξηλώσει τα οχυρωμένα νησάκια. Αυτό το μυστήριο τέκνο της φύσης που μήτε ξηρά μήτε θάλασσα είναι. Πρώτο έπεσε το Βασιλάδι και μετά ο Ντουλμάς. Έβρχε κάθε μέρα βόλια και ήρωες εκείνο τον Μάρτη. Οι λίγοι της φρουράς, ηλεκτρισμένοι από την άνιση πάλη, ζώντας πια μόνο για να κερδίσουν χρόνο βγήκαν από τα προτειχίσματα και άρχισαν να σφάζουν στα τυφλά όποιον έβλεπαν. 300 Τούρκοι χάθηκαν μέσα στα χαρακώματα αλλά ο Ντουλμάς έπεσε. Το ίδιο και ο Πόρος. 
Έμενε μόνο η Κλείσοβα, το πιο απομακρυσμένο και το πιο μικρό από τα νησάκια της λιμνοθάλασσας. Μια μικροσκοπική σταλιά γης που δεν άξιζε καν να φιλονικήσουν για αυτή οι δύο μεγάλοι στρατηγοί του Σουλτάνου ποιος θα την πάρει πρώτος. Πρώτος ο παρακατιανότερος. Το πρωί της 25ης Μαρτίου ο Καπετάν Πασάς αρχισε τον καταιωνισμό για να ξεμπήξει μια χούφτα άνδρες με τέσσερα κανόνια και λίγα άθλια προτειχίσματα σε μια χαλκομανία γης με καλαμιές γύρω γύρω. Ο θάνατος προέκταση της αναπνοής. Τα ρημάδια τα φυσέκια κάποια στιγμή σώζονται, το εκκλησάκι της Παναγίας γίνεται κόσκινο, οι τραυματίες πρέπει να κόψουν μόνοι τους τα τραυματισμένα μέλη τους και οι νεκροί γίνονται τώρα ταμπούρια. Ο Σωτηρόπουλος κρατάει λιοντάρι, ακόμα και τα παλικάρια του Χατζηπέτρου τον παραδέχονται. Μέσα στον ορυμαγδό μερικές βάρκες πλησιάζουν από μακριά, κάποιος στριφογυρίζει το σπαθί πάνω από το κεφάλι του, να τον δουν από μακριά. Κίτσος Τζαβέλλας. 26 Μαίων. Σουλιώτης. Φορέας μεγάλου ονόματος, με θέληση να το τιμήσει. Ο Καρακαβίτσας είχε γράψει πως εκείνο το βράδυ ο Τζαβέλλας είχε δει την Παναγία στον ύπνο του να του λέει "σώσε με" και ξύπνησε απότομα, με τις πρώτες κανονιές...Μια οβίδα πολεμικού σπάζει το γιαταγάνι του. Θερίζονται οι βάρκες δεξιά κι αριστερά, αλλά αυτός φτάνει στον προορισμό του. Εφτά επιθέσεις και εφτά συντριβές μετράνε οι Τούρκοι μέχρι το μεσημέρι και ο Κιουταχής έχει σκυλιάσει τόσο που αρχίζει και μαστιγώνει τους άνδρες του μπαίνοντας σχεδόν στην θάλασσα σαν άλλος Φατίχ. Θα επιστρέψει στη σκηνή του με ένα τραύμα στο πόδι και αφήνοντας στα αβαθή μερικές εκατοντάδες νεκρούς. Ο Ιμπραήμ διαισθάνεται πως είχε έρθει η ευκαιρία μιας ακόμα νίκης, αφού οι Έλληνες θα έχουν λογικά εξαντληθεί. Η λογική όμως έχει εγκαταλείψει προ πολλού απογοητευμένη αυτό το κομμάτι γης με τους σεληνιακούς κρατήρες, τα υπόγεια φρεάτια των εκρηκτικών, τα ελικοειδή χαρακώματα, τα χωμάτινα προτειχίσματα και τους αρουραίους για πρωινό... Ο τακτικός στρατός του Μόρα Βαλεσή αφήνει τις τζατάρες και αρχίζει να βαδίζει κατά της Κλείσοβας σε φάλαγγες με βηματισμό, νταούλια και σάλπιγγες. Θαυμάσιος στόχος με τα κόκκινα χιτώνιά τους. Όσα καριοφίλια δεν είχαν σπάσει ξερνάνε φωτιά πάνω στους Αιγύπτιους. Πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον, η λιμνοθάλασσα κοκκινίζει. Ο ουρανός ανοίγει, αυτό μας έλειπε τώρα...Ο Τζαβέλλας σημαδεύει τους παρδαλούς αξιωματικούς κι οι άλλοι τον μιμούνται. Ένας πιτσιρικάς με ένα σισανέ μεγαλύτερο από το μπόι του έχει σκαρφαλώσει στην οροφή του ναΐσκου και φυτεύει μια στο κεφάλι του ναυάρχου του Ιμπραήμ από τα 350 μέτρα. Αυτός κλονίζεται και πέφτει. Κατά το απόγευμα, το πολύχρωμο πλήθος της Ανατολής, αποδεκατισμένο και ακέφαλο από τους μπέηδές του, τρεις φορές καταματωμένο, τα μαζεύει και φεύγει...Φεύγει για πάντα αφήνοντας την Κλείσοβα στην αθανασία του αήττητου. Οι Μεσολογγίτες και οι Σουλιώτες αρχίζουν να κόβουν κεφάλια και να στήνουν τις σημαίες του Ισλάμ ανάποδα στους ψευτοπρομαχώνες τους, με την ημισέληνο προς τα κάτω. Εκείνη την ημέρα της πιο εντυπωσιακής (και άγνωστης) νίκης του Αγώνα, κλείνοντας πέντε χρόνια από το σηκωμό, κάπου 2.000 ψυχές χάθηκαν. Αριθμός νορμάλ για Μεσολόγγι. Τίποτα που δεν είχαν ξαναδεί στο αλωνάκι. Τελευταία σπονδή στον Άδη. Κι οι πικραμένοι αγέλαστοι νικητές που δεν έχουν πια τίποτα ανθρώπινο στο βλέμμα τους περιμένουν την Έξοδο. Όπως οι άλλοι το Πάσχα.    

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Η επιχείρηση του 34ου Συντάγματος σε Βρασταμίτα-Τοπόλια-Κριεκούκι (8 Αυγούστου 1944)



            Η κλιμάκωση της ένοπλης δράσης στην ανατολική Στερεά τον Ιούλιο του 1944, οδήγησε ακόμα και το Σύνταγμα Ευζώνων Αθήνας, που δεν συνήθιζε να εκστρατεύει έξω από τα όρια της πρωτεύουσας, να διεκδικήσει τον χώρο της Βοιωτίας στέλνοντας δυνάμεις να ελέγξουν επίκαιρα σημεία στον κάμπο της Κωπαίδας. Στα μέσα Ιουλίου, ο 9ος Λόχος του ΙΙΙ Τάγματος –πιθανόν ενισχυμένος και από άλλα τμήματα– είχε εγκαταστήσει φυλάκια στα χωριά Τοπόλια (Κάστρο), Κόκκινο, Αλίαρτο, πιθανότατα και στη Βρασταμίτα (Υψηλάντης). Η απόφαση του Ι/34 Τάγματος να απαντήσει στην «προσβολή» των «γερμανοτσολιάδων» κατέληξε σε αιματηρές συμπλοκές για τους δεύτερους, όπως στην επίθεση του 3ου Λόχου στο Κόκκινο στις 12 Ιουλίου[1]. Αν και ο αριθμός των 16 νεκρών εχθρών που παραδίδει ο Γιώργος Μπουτσίνης δεν επιβεβαιώνεται, οι Εύζωνοι είχαν απώλειες στη νυχτερινή μάχη[2]. Ωστόσο, οι εισβολείς δεν εκτοπίστηκαν από την Τοπόλια. Όταν στις 20 Ιουλίου ξεκίνησαν γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πάρνηθα, το Ι/34 Τάγμα έκρινε πως είχε φτάσει η στιγμή για μια εντυπωσιακή αντεπίθεση: «Μια και ο κάμπος έχει εξασθενίσει από γερμανικές δυνάμεις λόγω των εκκαθαριστικών της Πάρνηθας, ευκαιρία είναι να τους δώσουμε μερικά χτυπήματα εκεί, την ώρα που αυτοί θα κυνηγάνε φαντάσματα στην Πάρνηθα»[3].
            Η ευκαιρία κρίθηκε ιδανική για όλο το 34ο Σύνταγμα το οποίο αποφάσισε να πλήξει όσα χωριά του κάμπου δεν διέθεταν ισχυρές γερμανικές φρουρές. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις του Συντάγματος θα πραγματοποιούσαν συνδυασμένη  νυχτερινή επιδρομή σε Τοπόλια, Βρασταμίτα και Κριεκούκι. Για το χτύπημα στην Τοπόλια, «εκστράτευσαν» από την Πάρνηθα ο 2ος και 3ος Λόχος μαζί με τη διοίκηση του Ι Τάγματος. Για την επίθεση-αντιπερισπασμό στο Κριεκούκι, διατέθηκε ο νεοσυγκροτημένος 7ος Λόχος του ΙΙ/34 που αδρανούσε «στρατοπεδευμένος» στο Καπαρέλι, με διοικητή τον Ηλία Κονδύλη και καπετάνιο τον Βασίλη Βασιλείου (Μπότσαρη). Επειδή δεν υπήρχε μεγάλη εμπειρία μάχης και λόγω της μεγάλης ανάγκης να παραμείνει καθηλωμένη η ισχυρή φρουρά (600 άνδρες) για αρκετή ώρα, επικεφαλής της επιχείρησης ορίστηκε ο «βετεράνος» Παναγιώτης Μηλιώτης (Σπάρτακος) που βρισκόταν στη διάθεση του Συντάγματος[4]. Τη δυσκολότερη αποστολή, την κατάληψη της Βρασταμίτας, όπου έδρευε μια γερμανική πυροβολαρχία, ανέλαβε το ΙΙΙ/34 Τάγμα που για πρώτη φορά παρέτασσε το σύνολο της δύναμής του –9ος, 10ος και 11ος Λόχος–, μαζί με την Ομάδα Καταστροφών του Συντάγματος και μια διμοιρία Εφεδρικού ΕΛΑΣ.
«Εκεί γερή μάχη έγινε. Ένα παιδί απ’ την Κοκκινιά, Σταύρος λεγόμενος, γνώριζε τα γερμανικά και τους φώναξε με τηλεβόα «να παραδοθούν οι Έλληνες…» και τέτοια, ξέρεις τώρα τα πατριωτικά ποια είναι: «Εμείς θέλουμε την Ελλάδα μόνοι μας, δεν θέλουμε να ‘χουμε ξένους κατακτητές…» και οι Τσολιάδες απάντησαν με πυρά. Η πρώτη σφαίρα πέτυχε τον Σταύρο, τον πήρε στο λαιμό. Ήταν ο μόνος νεκρός που είχαμε. Μετά χτυπήσαμε το σχολείο απ’ το κάτω μέρος. Κάναμε ένα «Γ»: οι μισοί από το επάνω μέρος που ήταν το προαύλιο, οι μισοί απ’ την είσοδο. Και στην είσοδο  βρήκαμε μαζωμένους Τσολιάδες νεκρούς. Δεν πρέπει να ήταν από τα δικά μας πυρά. Αυτούς πρέπει να τους σκότωσαν οι Γερμανοί. Γιατί συνήθως φεύγαν αυτοί και οι Γερμανοί τους εκτελούσανε. Εκεί, απελευθερώσαμε από τα αυτοκίνητα των Γερμανών και 12 κοπέλες. Μαζί και κάτι τρόφιμα, κάτι χοιρινά, που τα πήραμε»[5]

Σύνδεσμοι και γραπτές διαταγές δεν υπήρξαν σε αυτή την επιχείρηση. Τα τρία σημεία ήταν αρκετά κοντά ώστε να υπάρχει καλή ακουστική επαφή, ενώ από τις λοφοσειρές φαίνονταν οι φωτιές και τα τροχιοδεικτικά πυρά. Αυτό και μόνο εξασφάλιζε τον συντονισμό και τις πρωτοβουλίες των τμημάτων στον κάθε τομέα. Στο Κριεκούκι τα πράγματα εξελίχθηκαν χωρίς προβλήματα, πλην του αστάθμητου ανθρώπινου παράγοντα: «Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε κατά τις 22.30. Είχαμε 12 ομάδες μάχης από τον 7ο λόχο και από δυνάμεις του Ι Τάγματος που είχε αναλάβει να χτυπήσει μαζί με μας από την ανατολική πλευρά (Πάρνηθα). Εγώ, με τον Κονδύλη και 10 άνδρες με οδηγό το γραμματέα του Κριεκουκίου, τον Τάκη τον Μακρή προχωρήσαμε, μπήκαμε σε ένα δρόμο και αρχίσαμε σιγά-σιγά να προχωρούμε. Εκεί δυστυχώς είχαμε ένα πρόβλημα με τον οδηγό μας: σταμάτησε και δεν προχωρούσε. Άκουσα τον Κονδύλη να τον παρατηρεί. Ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι δεν προχωρεί γιατί φοβάται. Μάλιστα ξάπλωσε κάτω. Εκεί ο Κονδύλης του έδωσε μερικές κλωτσιές και τον μιμήθηκα ρίχνοντάς του κι εγώ κάνα-δυο. Τον ενημέρωσα  ότι θα τον αναφέρω στην Περιφερειακή να πάρει μέτρα εναντίον του». Η δειλία του Μακρή (επιβεβαιωμένη και από άλλους αυτόπτες)[6] δεν επηρέασε την έκβαση της μάχης. Ακολούθησε κλεφτοπόλεμος διάρκειας μίας περίπου ώρας στους δρόμους του χωριού και λίγο μετά τα μεσάνυχτα, δόθηκε το σύνθημα της αποχώρησης, αφού η φρουρά δεν διακινδύνευσε αντεπίθεση και τα πυρά στα δυτικά –στον τομέα του ΙΙΙ Τάγματος– άρχιζαν να αραιώνουν[7].
Στη Βρασταμίτα, η μάχη είχε ξεκινήσει λίγο νωρίτερα. Πρώτος μπήκε αθόρυβα στο χωριό ο παλαιότερος και πιο ψύχραιμος αντάρτης του Τάγματος: «Κυκλώσαμε το χωριό, ξυπόλητοι, με τα μαχαίρια στο χέρι. Θυμάμαι βγαίνω στην πλατεία να μπω μέσα στο θάλαμο που κοιμόταν ο γερμανικός λόχος. [Σκοτώνω] το σκοπό, του παίρνω το ντουφέκι, μπήκαμε μέσα. Ήταν όλο Έλληνες γαμώ το σταυρό τους! Ταγματασφαλίτες…«Σηκωθείτ’ απάνω ρε! Δε χορτάσετε ύπνο; Μη φοβόσαστε. Εδώ είναι το ΙΙΙ Τάγμα Λιβαδειάς. Αντάρτες του ΕΛΑΣ!». Τους διώξαμε όλους ξεβράκωτους…Τα όπλα τους πήραμε μόνο. Μετά πέσαμε στους Γερμανούς. Έγινε μύλος…»[8]. Η επίθεση ήταν μάλλον ασυντόνιστη, επιβεβαιώνοντας πως το Τάγμα ποτέ πριν δεν είχε δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε μάχη εντός κατοικημένης περιοχής. Όταν η νύχτα έγινε μέρα από τις γερμανικές φωτοβολίδες, περισσότερο από ένστικτο παρά από εμπειρία, οι νεαρότεροι αντάρτες κρύφτηκαν στα σπαρτά, ενώ «όλοι μας φωνάζαμε μέσα στο σκοτάδι το σύνθημα-παρασύνθημα Βαλάντος-Κρατερός για να μην σκοτωθούμε μεταξύ μας»[9]. Αιχμή και τελικά καταλύτης της επίθεσης ήταν η περίφημη Ομάδα Καταστροφών του 34ου, με επικεφαλής τον Χαράλαμπο Αρκουμάνη (Τρομάρα) που είχε αναλάβει να πλήξει το οίκημα της γερμανικής διοίκησης, τα πολυβολεία και όσα σπίτια δε μπορούσαν να καταληφθούν με άλλο τρόπο[10]. Η Ομάδα χρησιμοποιούσε, εκτός των άλλων, αυτοσχέδια εκρηκτικά που μοιράζονταν στους μαχητές ελλείψει χειροβομβίδων και αποδείχτηκαν μάλλον χρήσιμα: «Ο Τρομάρας είχε φτιάσει κάτι βαρελότα τέτοια –δυναμίτια– και μας τα ‘χε δώσει στα χέρια με φυτίλια και με το τσιγάρο τ’ ανάβαμε και τα πετάγαμε. Ξέρεις τι γινόταν εκείνο το βράδυ στη Βρασταμίτα; Θα βούλωνες τ’ αφτιά σου να μην άκουγες…»[11]. Όταν η μάχη είχε πια κριθεί, η Ομάδα Καταστροφών ανατίναξε  τέσσερα γερμανικά πυροβόλα που είχαν εγκαταλειφθεί από τους χειριστές τους, ρίχνοντας χειροβομβίδες στους σωλήνες. Ο επίλογος της Μάχης της Βρασταμίτας ήταν πέντε νεκροί αντάρτες: «Ο Νίκος, ένα μελαχρινό παλικάρι γύρω στα 25 κρεοπώλης από την Κοκκινιά χτυπήθηκε ανάμεσα στα μάτια του και έπεσε μπροστά μου σε μια γωνιά σπιτιού σε κάποιο δρομάκι. Και ο Κώστας, Κωπαίδας ήταν το ψευδώνυμό του, από την Πετρομαγούλα ή τη Σκριπού, γύρω στα 40. Τον χύπησε σφαίρα ντουμ-ντουμ στην κοιλιά και του έβγαλε τα εντόσθια έξω. Τον παρηγορούσα ώσπου να έλθουν οι τραυματιοφορείς. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια του: Σουλιώτη, άσε με μένα, πάρε μόνο το ντουφέκι μου να το δώσεις σε άλλον να συνεχίσει τον αγώνα»[12]. Ο «Νίκος» της παραπάνω μαρτυρίας ήταν ο αθηναίος Νίκος Κρεούζης και η καταγωγή του δεν ήταν από την Κοκκινιά αλλά από τα Νέα Σφαγεία (Ταύρος)[13]. Σκοτώθηκαν επίσης ένας διμοιρίτης-ανθυπολοχαγός της Σχολής Εφ. Αξιωματικών του ΕΛΑΣ από την Λιβαδειά με ψευδώνυμο «Διάκος»[14] και ο Αντώνης Μικροπαντρεμένος, από το συνοικισμό της Λιβαδειάς που τραυματίστηκε από ριπή στο λαιμό και πέθανε από αιμορραγία λίγο αφότου μεταφέρθηκε με το μουλάρι του γερο-Βλάση στον Άγιο Σεραφείμ[15]. Στους νεκρούς παραλίγο να ήταν και ο Τρομάρας που δέχτηκε μια σφαίρα στο στόμα και δε μπορούσε να δεχτεί τροφή για αρκετό διάστημα[16]
«Την άλλη μέρα, στις 10.00 κινήθηκαν από την πλευρά της Θήβας δυο γερμανικά αυτοκίνητα με στρατό. Δεν επρόκειτο μάλλον για οργανωμένη επιχείρηση. Τους αντιμετωπίσαμε στο Καπαρέλι και τους αναγκάσαμε να συμπτυχθούν. Μάλιστα θυμάμαι μια ιστορία και γελάω ακόμα: Ένας πιτσιρίκος με τουφέκι πιο μεγάλο απ’ το μπόι του έτρεχε προς τους Γερμανούς. «Πού πας ρε;» τον ρωτάω. «Ένας Γερμανός έχει ρολόι, θα πάω να του το πάρω». Γέλασα. «Κάτσε κάτω μη σε δείρω!». Στο τέλος της μάχης μου έκανε και παράπονο για το ρολόι που έχασε!…»[17].                            
Στην τριπλή επιχείρηση, η γερμανική πλευρά είχε 8 νεκρούς –από τους οποίους 7 Γερμανοί και ένας Ιταλός– και 27 τραυματίες, ενώ για τους ταγματασφαλίτες αναφέρθηκαν 5 νεκροί, 10 τραυματίες και 3 αγννούμενοι[18]. Θα πρέπει να δεχτούμε ως πιο αξιόπιστη την ελληνική καταμέτρηση που καταμέτρησε 12 νεκρούς Ευζώνους, μεταξύ των οποίων ο ανθυπολοχαγός Παντελής Φακιδιάρης και δύο ανθυπασπιστές[19].


[1] Μπουτσίνης, ό.π., 374, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Σταύρου Αραπάκη (Ι/34 Τάγμα, 3ος Λόχος).
[2] ΓΕΣ/ΥΣΑ, Αρχείο Συντάγματος Ευζώνων Ασφαλείας Αθηνών, Φ=40, Βιβλίο Ημερησίων Διαταγών Συντάγματος, Η.Δ.Σ., 22.8.1944, 9.9.1944, 18.9.1944, 27.9.1944, 29.9.1944. Οι παραπάνω αναφορές αφορούν μεταθανάτιες προαγωγές τεσσάρων οπλιτών –οι τρεις του 9ου Λόχου– που σκοτώθηκαν «εις τας επιχειρήσεις Κωπαίδας τη 12-7-44»   
[3] Μπουτσίνης, ό.π,, 374.
[4] Παναγιώτης Μηλιώτης, Σπάρτακέ μ’ καλέ…Οι αναμνήσεις ενός στρατιώτη του ΕΛΑΣ από το αντάρτικο της ανατολικής Ρούμελης. Αλεξάνδρεια, 2006…
[5] Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Σταύρου Αραπάκη (Ι/34 Τάγμα, 3ος Λόχος).
[6] Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Βασίλη Λασκαρίδη (ΕΠΟΝ, Π.Ε. του ΚΚΕ Θηβών) / Προφορική μαρτυρία Μπάμπη Καλατζή (ΕΠΟΝ Βοιωτίας).
[7] Μηλιώτης, ό.π.,
[8] Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Νίκου Καλοπήτα (ΙΙΙ/34 Τάγμα, καπετάνιος 9ου Λόχου).
[9] Δημήτρης Μπουζούκας (Σουλιώτης), «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ». Εθνική Αντίσταση, τχ. 36 (Ιούλιος 1983), 38-49. 
[10] Προσωπικό αρχείο, Γραπτή μαρτυρία Χαράλαμπου Αρκουμάνη (Τρομάρα), χ.η. / Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Γιάννη Αρκουμάνη (Διάκου) (ΙΙΙ/34, 10ος Λόχος). 
[11] Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Δημήτρη Γουργιώτη (Απόλλωνα) (ΙΙΙ/34 Τάγμα, 10ος Λόχος).
[12] Μπουζούκας, ό.π.
[13] Δημήτρης Σούτος, Η συμβολή των Ταυριωτών στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα….1996?....
[14]Λευτέρης-Τριαντάφυλλος Παπάζογλου, Αναμνήσεις σε τρίτο πρόσωπο. Το χρονικό ενός φυλακισμένου 1946-1961. Αθήνα 1981, 20. Το ψευδώνυμο του (πιθανότατα το όνομά του να ήταν και τότε άγνωστο) είχε δοθεί σε έναν από τους θαλάμους των Φυλακών Λιβαδειάς το 1946 από τους κρατουμένους, στην πλειοψηφία τους παλιούς αντάρτες του Τάγματος.
[15] Βασίλης Αντ. Σκαπέτης (Βλάσης), Αντάρτικες μνήμες Αττικής και Βοιωτίας. Θήβα 1988, σ. …/ Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Δημήτρη Γουργιώτη (Απόλλωνα).
[16] Προσωπικό αρχείο, Γραπτή μαρτυρία Χαράλαμπου Αρκουμάνη (Τρομάρα), χ.η./ Μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Γιάννη Αρκουμάνη (Διάκου) (ΙΙΙ/34, 10ος Λόχος). 
[17] Μηλιώτης, ό.π.,
[18] BA-MA, RW 40/148, Ia No 16066/44 geh. Tagebuch vom. 11.8.1944.
[19] ΓΕΣ/ΥΣΑ, Αρχείο Συντάγματος Ευζώνων Ασφαλείας Αθηνών, Φ=40, Βιβλίο Ημερησίων Διαταγών Συντάγματος, Η.Δ.Σ., 1.9.1944. 

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

From Grace to Spencer with Love

Lather was thirty years old today,
They took away all of his toys.
His mother sent newspaper clippings to him,
About his old friends who'd stopped being boys.

There was Harwitz E. Green, just turned thirty-three,
His leather chair waits at the bank.
And Seargent Dow Jones, twenty-seven years old,
Commanding his very own tank.
But Lather still finds it a nice thing to do,
To lie about nude in the sand,
Drawing pictures of mountains that look like bumps,And thrashing the air with his hands.

But wait, oh Lather's productive you know,
He produces the finest of sound,
Putting drumsticks on either side of his nose,
Snorting the best licks in town,
But that's all over...

Lather was thirty years old today,
And Lather came foam from his tongue.
He looked at me eyes wide and plainly said,
Is it true that I'm no longer young?
And the children call him famous,
what the old men call insane,
And sometimes he's so nameless,
That he hardly knows what game to play...
Which words to say...
And I should have told him, "No, you're not old."
And I should have let him go on...smiling...babywide.