Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο ήλιος ήταν δικός μας. Τον μοιραστήκαμε...

O άγγελος ήρθε από μακριά, μέσα σε ένα λεπτό στρώμα αέρα. Είχε τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα, γεγονός που κερδίζει αμέσως την πρώτη εντύπωση. Ούτε με κοίταξε αλλά ποιος είπε ότι απαγορεύεται η χρονομέτρηση από το ασυνείδητο; Συζώ επί ένα χρόνο περίπου με έναν άγουρο και ακατέργαστο πόθο, τη διαφημίζω με πάθος στους άλλους. Όταν δεν μιλάνε για τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, τον Ολυμπιακό ή τη 12η Ολομέλεια, τα αγόρια της φιλοσοφικής (που σκορπίσανε στην αποστράτευση) ρωτάνε και ανταλλάζουν γούστα για τους θηλυκούς κατοίκους στο κτίριο με τα γυμνά μπετά. Κατασταλαγμένος εγώ και προσηλωμένος (αυτή η τιτάνια η προσήλωσή σου Χανδρινέ, ευλογία και κατάρα...) στο πιο βαθύ μπλε που είχα αντικρίσει, κατευτυχισμένος που είχα αποσπάσει το όνομά της στο πρώτο σάλτο μορτάλε. Μίλαγε ακατάπαυστα (το συνήθιζε κι εγώ το ερμήνευα όπως με βόλευε) μα εγώ είχα απορροφηθεί από το σαγόνι της, ήθελα να γίνω εκείνο το τσιρότο (δεν το είπα, κρατήθηκα). Και να μη σε ξαναδώ, δε με πειράζει. Σε είδα μια φορά και χόρτασα...

Δεν χρειάζεται σώνει και καλά να το βάλω στη σειρά, να το αφηγηθώ, να το κρυσταλλώσω. Μα θέλω να το ξορκίσω και να το νταντέψω μέσα μου ταυτόχρονα. Να μεστώσει, να βγει αψέντι σε μπουκάλια. Ψάχνεις ημερομηνίες; Ψάχνεις ενάρξεις; Να σε βοηθήσω; 29 Απριλίου 2007. Χρόνια πολλά Ιάσονα...Σκουντούφλησε χαριτωμένα καθώς πρόβαλλε  μέσα από κοπάδια κόσμου, κόκκινο κρασί πήρα και με μιμήθηκε. Τα φεγγάρια φταίνε σίγουρα, συγχωρεμένε Νίκο Παπάζογλου, τα αναθεματισμένα φεγγάρια...Αν ο Γιώργος δεν ήταν εκεί να με κρατήσει, θα είχα πανικοβληθεί, αρρώσταινα και μόνο στη σκέψη ότι θα μείνω μόνος μαζί της. Τη γλιτώσαμε κι απόψε τη συγκοπή που την είχα σίγουρη έτσι και μου όρμαγε...Ως πότε θα παίζεις κρυφτό με την άνοιξη;

Αυτοκόλλητοι. Να κόβουμε στα μέτρα μας όλη την παγκόσμια λογοτεχνία. Να ασφυκτιά η συναισθηματική μας εγγραμματοσύνη, ό,τι δεν είχαμε δώσει μέχρι τότε, σπονδές ο ένας στα πόδια του άλλου, να ξεχειλίζει...Ηλεκτρισμένα τα μάτια μας, φορτίζουν κάθε στενό αυτής της πόλης που τη βλέπω πια αλλιώτικη...Στη βιβλιοθήκη χάνω για πρώτη φορά το παιχνίδι της επαφής των ματιών, πόσο ν' αντέξει κανείς μπροστά στη σχισμή του στήθους της; Τα θέλγητρά της ασφυκτιούν μέσα σε ένα τζιν σύνολο, την ώρα που κάνει μπάνιο στο αθηναικό φεγγαρόφωτο, Διονυσίου Αρεοπαγίτου, περασμένες μία, δύο; (ποιος κοιτάει ρολόγια;). Μες στο πολύβουο χαρέμι, ερωτικός χορός, για πάρτη μου και μόνο -πασάς στα Γιάννινα. Ναι, τρέλανέ με κι άλλο μάγισσα...Δείξε μου πόσα θες για να καταλάβεις ότι δεν πάω πουθενά κι απόψε (ούτε απόψε); Δεν έχεις καταλάβει ότι δε μ' ενδιαφέρει τίποτα απτό και εξηγήσιμο; Ούτε πώς σε λένε, ούτε από πού είσαι, ούτε τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, ούτε που βρίσκεται αυτός ο καριόλης που φύτεψε τούτη τη μελαγχολία στα μάτια σου. Μην προσπαθείς άλλο, μην απορείς...Είναι βίτσιο, όταν το φτάνω μέχρι τα απώτατα λεκτικά και ψυχολογικά του όρια. Έτσι καθυστερώ κι απολαμβάνω το προφανές, το καθυστερώ να μη γίνει τόπος, μνημείο, να μείνει λίγο ακόμα άτιτλο, δίχως έρεισμα, διακυβεύματα, ρουτίνες και αντίστροφες μετρήσεις. Φροντισμένος είναι πάντα ο προθάλαμος που χτίζω στα παλάτια μου. Πάνω στο μήνα η διαστροφή λυγίζει, δεν αντέχει άλλο. Τηλέφωνο, αργείς κλασικά, σινεμά στην Ακαδημίας (Τζων Λένον και Γιόκο Όνο), χωνόμαστε στο Αστείο και το στόμα σου μεταμορφώνεται σε ηδονική σχισμή να την ταίζω ξηρούς καρπούς. Και μετά Καπνικαρέα για το γνήσιο της υπογραφής. Δεν πατάω στη γη. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...

Δεν είναι κατάλληλες αυτές οι χρονικές συμβάσεις ιστορικέ. Υπάρχουν πισωγυρίσματα, σαφώς κενά μνήμης που σε τσαντίζουν και σίγουρα δεν θέλεις να ανοίξεις το αρχείο μόνο και μόνο για να βάλεις σωστά τις παραπομπές...Το μονοπάτι έβγαζε σε ένα σπίτι που σου φαινόταν τόσο μα τόσο οικείο. Απόγευμα ήταν. Κι είναι από τότε Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω. Ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, τα χέρια της πλεγμένα στα δικά μου, το κεφάλι της στο στήθος μου. Κάπου εκεί, σε μια στιγμή, ανάμεσα στο αεράκι που εισέβαλλε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, παρέα με χρώματα και όνειρα που δε ρωτούσαν κανένα, και τη γλυκιά φωνή μιας γυναίκας από ένα μηχάνημα -"Κι αφού κι οι δυο μας ναυαγοί, πες πως απόψε βρήκες γη / και ξαναφίλα με" -παρέδωσα για πρώτη φορά το σώμα και το πνεύμα αμαχητί σε κάποια που έμοιαζε να με ξέρει πολύ καλά...Οργώνοντας όλη την Αθήνα πάνω-κάτω, χωρίς μιλιά πολλές φορές (κι ας ασφυκτιά μέσα σου όλη η εγγραμματοσύνη, να βγει, ν' αποκτήσει νόημα...), τους βλέπουμε όλους από την κορυφή του λόφου. "Θα σε πάω στο Λυκαβηττό, να τους έχουμε όλους από κάτω, αγάπη μου..." ένευε με τα μάτια της τα τεράστια, εκείνες τις μπλε εκρήξεις του φωτός. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...Και το σημάδι της γέννησης του πιο όμορφου Ιάσονα που θα περπατήσει ποτέ σ' αυτή τη γη: ένα δάκρυ ευτυχίας...Ένα. Μόνο ένα, αβίαστο και καυτό, ολοζώντανο. Εκεί, στον πραγματικό χρόνο, τον ψεύτη τον κανονικό χρόνο, κι όχι σε βιβλία, στίχους ή σχήματα. Ένα ηλίθιο, άγραφο παιδί, χαμηλών ψυχικών προδιαγραφών, μπερδεμένο και φοβικό, παύει ξαφνικά να νιώθει μόνο του εκεί έξω (ούτε είχε ξαναγίνει ούτε επαναλήφθηκε έκτοτε). Κι αυτό από μόνο του είναι ένα ζήτημα, πάρα μα πάρα πολύ σοβαρό. Απόψε που η γενναιόδωρη αμαξοστοιχία σκίζει ξανά το σκοτάδι με τα εκτυφλωτικά της φώτα, την αρπάζεις και την καβαλάς, ρίχνεις μπροστά το βάρος σου, ξεριζώνεις τα φρένα μανιασμένα και γελώντας δυνατά...Your love bathes you welcome, σοφή χελώνα που αυτοπροστατεύεσαι. Καλέ μου σπασίκλα, το Ολοκαύτωμα του Φωτός και της Αλήθειας σε περιμένει έξω από την πόρτα σου. Θέλει να φύγεις μαζί της για το άγνωστο κι ανυπομονεί κιόλας. Κορνάρει κάτω από το σπίτι σου. Κρατάει τα παιχνίδια της, τα μαγικά της φίλτρα, τα μαχαίρια που ζωγραφίζει στα περιθώρια των σελίδων της. Πάρε μαζί σου λίγα συμπράγκαλα. Δεν θα επιστρέψουμε ποτέ. Έτοιμος;...

Καλά τα μεσημέρια και τα απογέυματα και τα πρωινά αλλά τρέμω σαν το ψάρι όποτε πηγαίνω σπίτι της νύχτα. Την πρώτη φορά κοιμηθήκαμε σε χωριστά κρεβάτια. Το μυαλό μου μπλοκαρισμένο, κατοικούσε μόνο ο Χρόνης Μίσσιος μ' εκείνο το σαγηνευτικό απόσπασμα από το "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς": τα λόγια του Γιώργου, του 17χρονου αρχηγόπουλου στα χαμίνια της Θεσσαλονίκης του '46. Μιλούσε στα τσογλάνια για την καινούρια του κοπελίτσα. "Πήδα τη ρε μαλάκα, θα σου φύγει", "Δεν μπορώ παιδιά, την αγαπάω...". Γελάω μπροστά στον καθρέφτη, παρηγοριέμαι μιλώντας στον από χρόνια σκοτωμένο Γιώργο: δεν είσαι ανίκανος, απλώς είναι αδύνατο να την πηδήξεις την θεά, είσαι τρελαμένος μαζί της, μου 'χει συμβεί, μη φοβάσαι...Ένας άλλος Γιώργος με βρίζει τρυφερά -ο μεγάλος μου αδελφός...Όταν ο άγουρος άντρας έγινε τελικά εραστής, εκείνη η καζαντζακική ανατριχίλα στο δέρμα που σημάδευε κάθε ένωσή του με την Θεά, η ονειρική ενηλικίωση πάνω σε κορμί κατάλευκο, πληθωρικό και εύθραυστο, με τη γεύση του σταριού -το όνειρο κάθε αρσενικού-, όχι, δεν ήταν ιερότερη από τα μάτια, τα δάχτυλά και τη φωνή της που μου διάβαζε ή με φώναζε μες στο σκοτάδι (έτσι όπως ποτέ δεν θα ξανακούσω το όνομά μου...). Δεν ήταν σημαντικότερη η σάρκα από το να τη βάζω για ύπνο, να μυρίζω τα μαλλιά της, να τη σαπουνίζω, να την ξυπνάω, να την αφήνω να με φωτογραφίζει. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...Ο χρόνος δεν περνάει πια ξυστά απ' το πλάι, χαράζεται μέσα μου...Κάθε δευτερόλεπτο μαζί της ισοδύναμο με έτη φωτός στον πραγματικό χρόνο. Τρεις ζωές να την ξεχάσεις δεν φτάνουν. Παράξενο και φονικό ναρκωτικό ο έρωτας: η υπερβολική δόση σκοτώνει. Ενδοφλέβια κάθε ματιά και κάθε χαμόγελο που μου ρίχνεις. Θυμάμαι ένα-ένα τα πρωινά που μου ρούφαγες τελετουργικά το αίμα και το σπέρμα. Ήθελες να με τυφλώσεις, να είσαι σίγουρη ότι δεν θα κοιτάξω καμία άλλη. Ο μύθος του Αγχίση σε ταμπλώ βιβάν, με τη διαφορά ότι εγώ δεν κόμπασα για τη δική μου θεά Αφροδίτη. Τους έβαζα στη θέση τους όλους τους βλάσφημους. Ούτε καν εκείνο το μεσημέρι που βάδιζες πλάι μου και φρέναραν τα αμάξια στη Βασιλίσσης Σοφίας (να θέλω να γελάσω με την ψυχή μου και να μη μπορώ!). Και το βράδυ στο σπίτι να με περιμένεις, να ρωτάς πώς πήγε η μέρα μου, τι βρήκα και τι θα σου διαβάσω απόψε. Κι εγώ συνεχώς να πισωπατάω, άπιστος Θωμάς: "Γιατί μου μαγειρεύεις;", "Γιατί σ' αγαπώ", "Γιατί μ' αγαπάς;", "Γιατί είσαι υπέροχος". Και χαμογελούσε. Πόσο χαμογελούσε. Τη χάιδευα με τα βλέφαρα στο μάγουλό της και τιτίβιζε. Πάντα παίζαμε πόλεμο με ξύλινα όπλα, εγώ κι εκείνη, οι γλώσσες μας συναγωνίζονταν σε υπεροχή, σώματα και βλέμματα εκτόνωναν την ένταση των λέξεων που ήταν άσκοπες, μάταιες και κούφιες, ανήμπορες να περιγράψουν αυτό που ζούσαμε. Και μέσα στα απέραντα όρια των ορθάνοιχτων πια ψυχών μας, οι κουβέντες καμιά φορά αυτονομούνταν και γίνονταν σοβαρές. Αυτοαναφορικές. Πληγωτικές. Άχρηστο κέλυφος, κακιά συνήθεια της έπαρσης, της οίησης που γεννιόταν όταν αναπαυόμασταν στα μαξιλάρια μας και κάναμε όνειρα. Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ τι ακριβώς συζητούσαμε κι ενοχλήσαμε το δέντρο τόσο πολύ, που μας βρόντηξε κάτω απ' τα κλαδιά του. Κι εκείνη η νύχτα του ορυμαγδού και του θανάτου, όταν έσπασα τον τρυφερό καρπό σου μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου για το χρώμα του αίματός σου (ήταν κόκκινο, για φαντάσου...). "Ποια είναι η χειρότερη στιγμή της ζωής σου;", "Δε μπορώ να την περιγράψω γιατρέ, ας πούμε πως ήταν ένα θλιμμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Κι ένας λευκός καναπές, να κοκκινίζει, να κοκκινίζει...". Φυσικά, καμία μα καμία σημασία δεν έχει σήμερα, τώρα, εδώ...Αφού, η ζωή δεν έκανε το μοναδικό μου χατήρι, να κόψει το νήμα πάνω στην πιο τρελή έκσταση, σε ένα από κείνα τα άχρονα βράδια στο Aksaray, στην Πόλη των Πόλεων...Ούρλιαζα, ρέκαζα μέσα μου να τελειώσει εκεί, να μη ζήσω ποτέ τη διάψευση με τη σφραγίδα σου επάνω, να μην σε χάσω...Μια παραζάλη. Μια ατέλειωτη παραζάλη. Θα βγεις γερός;

Έχουμε ακόμα μέρες να ζήσουμε. Και πολλά ακόμα να δούμε.

Κύριε καθηγητά, τα ποτάμια μπαίνουν σε ήρεμες κοίτες και χάνουν την ορμή τους. Γίνονται λίμνες. Όμορφες, ήρεμες, αλλά λίμνες. Μου άρεσε να το ερμηνεύω σαν τιμωρία, σαν αποτέλεσμα λάθος επιλογών, σαν ασυμφωνία χαρακτήρων (!), σαν μοίρα, σαν ανθρώπων έργα, σαν...Μα δεν ήταν παρά η αμείλικτη ελευθερία του έρωτα. Εξαφανίζεται όπως εμφανίζεται και το ξέρεις, άνευ λογου, αιτίας, ελέγχου και λέξεων. Ωστόσο, ακόμα και τώρα που καταλαβαίνω δυο πράματα παραπάνω, φαίνεται εντυπωσιακό πως δεν ακούστηκε ούτε ένα κρακ, ούτε ένας πυροβολισμός. Φιλόστοργος ο άγγελός μου στον επίλογο. Η λεπίδα της ανεβοκατέβηκε ασταπιαία, σταράτα, σημάδεψε κατευθείαν την καρδιά. Δεν χτυπούσε πισώπλατα αυτή, δεν ήξερε τι θα πει προσποίηση κι ούτε είχε τίποτα ανθρώπινο πάνω της έτσι κι αλλιώς...Άστοχη λέξη το τραύμα (το τραύμα το σκαλίζεις, είναι μια απλή τρύπα στο δέρμα, κάποτε επουλώνεται), ήταν ο ίδιος ο άνεμος εξολοθρευτής που ξέκανε σε μια νύχτα τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων. Ένα ακέφαλο πτώμα κρατά μπροστά του μια μάσκα αρχαίας τραγωδίας. Μη σπάσεις μπροστά της (δεν ήταν αξιοπρέπεια, ήταν υπερπροσπάθεια να μη λιποθυμήσω). Ένα αλυσπρίονο κόβει μέσα μου δάση ολόκληρα, θέλω απλώς να κουλουριαστώ και να κλάψω, να συρθώ στο πάτωμα και να ικετέψω "πάρε και την ψυχή μου, πάρτα όλα, πάρε τις παιδικές μου φωτογραφίες και το βαφτιστικό μου σταυρό, μόνο μείνε...". Δάκρυ μαύρο, ανακατεμένο με μολύβι ματιών (εικόνες αμείλικτα απίθανες, και στο φινάλε), καίει το μάγουλό μου. Η τελευταία ρανίδα πίστης σ' αυτή τη ζωή. "Πού θα πας; Εδώ είναι το σπιτάκι μας ρε...". Κι εκείνη η θηλυκή θεότητα με την απύθμενη ευαισθησία, το θανατηφόρο ντεκολτέ, τα χείλια-ίδια φωτιά καρφιτσωμένη στο πάλλευκο τέλειο πρόσωπο, το βλέμμα της υπεροψίας και την ξερολίαση που μου φαινόταν τόσο σέξυ, ταπεινώνεται για κλάσματα του δευτερολέπτου, ένα ανεπαίσθητο τράνταγμα. Είχε γίνει ευάλωτη θνητή, λες και μου έδινε μια άναρθρη ευκαιρία να την αρπάξω, να μην την αφήσω να φύγει από κοντά μου ποτέ. Να της δώσω την ευκαιρία να γίνει αυτό που κάποτε ήθελε. Η αλεπού μου. Εγκλωβισμένη σε ένα δικό μας κόσμο που τον ξέραμε και τον αγγίξαμε. Για χάρη των ιλιγγιωδών αποστάσεων που διανύσαμε, για τα κρυστάλλινα νερά στην Αμοργό, για τα καλντερίμια στη Φολέγανδρο και τα πληγιασμένα μας πόδια, για τις παιδικές μας φοβίες κι ευαισθησίες που πλύναμε και τις κρεμάσαμε να στεγνώσουνε. Οχι. Λάθος συναγερμός. Κάθε ίντσα αυτής της ακτής είναι επισημασμένη και θα δεχτεί πυρά, αν μείνεις ακίνητος, είσαι νεκρός. Πετάω τα κλειδιά στο γραφείο, ένα σακ-βουαγιάζ στα πόδια, στριμωγμένος σ' ένα λεωφορείο για τα λίγα χιλιόμετρα του απόλυτου θρήνου. Από τα κλάματα που δεν είναι λυτρωτικά ξεσπάσματα μα σιδερένια ουρλιαχτά. Κι ένα παιδί που στάθηκε τόσο ευλογημένο, ώστε να ρουφήξει μια άνοιξη κι έναν θάνατο μέχρι τον πάτο, λυγίζει σαν κλαράκι ψιθυρίζοντας λόγια που χαράσουν το ίδιο είδος αλήθειας που χάραζε μια φορά κι ένα καιρό το χέρι του στο στήθος της: Αντίο Ερωμένη, Ψυχή, Φίλη, Συντρόφισα...Ένας λήθαργος και μια νύχτα που τη λέει με τ' όνομά του αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...Κόβει από τον εαυτό του συνέχεια, χάνει ευκαιρίες, διώχνει ανθρώπους που αξίζουν, πληγώνεται τζάμπα, καταντά εμμονικός, είναι αξιολύπητος όταν γραπώνεται από ψευδαισθήσεις και ζει με τον ανάμικτο οικτοθαυμασμό των άλλων. Σημείωση: Δεν ξαναέκλαψε για αυτήν. Ήταν πολύ στενοχωρημένος για να κλάψει.

Γιάννης Χοντζέας, σε ηλικία 13 ετών...

Τα μικρά μου, τα παιδικά μου χρόνια, τα θυμάμαι και με
Αγάπη και με πόνο...
Με νοσταλγία όμως καθόλου...
Από πάρα πολύ μικρός συνήθισα να ζω σα «μεγάλος». Αυτό μ’ έκανε γρουσούζη και ανάποδο...Παρόλα αυτά, τα θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια.
Δεν άλλαξα και πολύ από τότε.
Μια νύχτα μεσολαβεί από τότε που ούρλιαξαν οι σειρήνες...

Νύχτα...ή μάλλον ένα ξημέρωμα...
Κι ένα Όνειρο..
Που πολύ πάλεψα για να το πιάσω...
Να βγω από τον κύκλο αυτού του μαύρου που με τύλιγε...
Προσπάθησα πολύ για να βγω...
Αυτό όμως παρόλα αυτά δε μ’ αφήνει...
Γι’ αυτό δεν έχω χαρεί αυτήν την Έξοδο...
Αυτή είναι η πηγή της αναποδιάς μου.

Μεγάλα όνειρα, μεγάλα αισθήματα, μεγάλες προθέσεις...
Μικρές πραγματοποιήσεις, πνίξιμο των αισθημάτων, γελοιοποίηση
των προθέσεων σε πάρα πολλές περιπτώσεις...
Μια μόνο ικανοποίηση...
Έκανα την Έξοδό μου...
Γι αυτό και μόνο είμαι ευχαριστημένος...
Κατά τα άλλα έχω παραμείνει ένας μικροαστάκης που ονειροπολεί.
Ένας ρομαντικός ονειροπόλος μικροαστάκης...
Τίποτ’ άλλο...

Και η μόνη –ας την πούμε– πραχτική ικανότητα...
Να αγαπάω αυτούς, που χάρη σ’ αυτούς βγήκα –όσο βγήκα– από τον πένθιμο κύκλο...
Δεν ξέρω αν αυτό λέει τίποτα...
Αυτή είναι πάντως η ζωή μου μέχρι τώρα...
Τ’ άλλα δεν είναι δικά μου...
Είναι Αυτών...

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Ακατάλληλο

-Γιατί τους δικαιώνεις;
Ομολογώ πως δεν ήξερα τι να απαντήσω. Δεν είχα σκεφτεί να δικαιώσω κανέναν. 
Και συνέχισε ο δάσκαλος: 
-Γράφεις για φόνους και εκτελέσεις λες και το χαίρεσαι...
Θα ήθελα να του πω την αλήθεια, αλλά έπρεπε να αρχίσω από πάρα πολύ παλιά και ο χρόνος της συνεδρίας τελείωνε, είχα αφήσει και τους μαθητές μου στην τάξη...

Κάποτε, για μια στιγμή, πάνω στο κρεβάτι, την είδα σαν τον πιο όμορφο δολοφόνο που είχα αντικρύσει ποτέ. Η κακιά σκέψη έσβησε σχεδόν αμέσως, χάρη στην τελετουργική ύπνωση αλλά το βέλος που με διαπέρασε ήταν καθαρό. Η διαίσθηση, που είχε κι αυτή αποκοιμηθεί μετά από τόσα χρόνια χαύνωσης, τινάχτηκε, για να ξανακοιμηθεί αμέσως. Μέρα που δεν προδίκαζε τίποτα το εξαιρετικό, είχα ξυπνήσει στα άνετα και βολικά δεσμά μου. Στο δωμάτιο το οικείο ημίφως, στη θέση τους ένα-ένα τα έπιπλα, το κλειδί μου ταίριαζε ακόμα στην κλειδαριά. Με περίμενε όρθια και μεγαλόπρεπη. Ένα άσχημο προαίσθημα και σε μια στιγμή το μέταλλο να αλλάζει, να σκληραίνει...Η φωνή της, το σταθερότερο και πιο ανθεκτικό υλικό στο σύμπαν, η πηγή κάθε έμπνευσης, η φλέβα της άνοιξης, μεταμορφώθηκε...Εκείνο το μέταλλο...Το μέταλλο...Πώς μπορείς να ξεχάσεις εκείνο το απάνθρωπα κρύο μέταλλο, την άγνωστη ύλη, να γίνεται σε κλάσματα δευτερολέπτου λεπίδα κανονική και να μπήγεται στο λαιμό σου με ταχύτητα. Κι η άνοιξη που έγινε πυρηνικός χειμώνας να κρατάει τρυφερά και με ηρεμία το κεφάλι σου, σκοτώνοντας όλα τα υπόλοιπα. Ούτε ένα πισωπάτημα, ούτε ένα τράνταγμα, δεν δείλιασε στιγμή. Ένα τελευταίο δάκρυ, μαυρισμένο από το μολύβι των ματιών, τυπογραφικό λάθος...Από μπροστά χτύπησε και στα ίσια. Ποτέ πισώπλατα δεν χτυπούσε εκείνη, δεν ήξερε τι θα πει προσποίηση, δεν είχε και πολλά ανθρώπινα στοιχεία πάνω της έτσι κι αλλιώς. Έκοψε χωρίς αναισθητικό όλα τα γαγγραινιασμένα κομμάτια της ψυχής της με μεγαλοπρέπεια, σταθερότητα και μια άφατη σκληρότητα που κέρδισε -φυσικά- όλο το είναι εκείνων των αδύναμων και των δειλών, που το μόνο που είχαν καταφέρει ως τότε στη σκηνή της ζωής ήταν ο ρόλος του θύματος και του οικόσιτου ζώου. Και τώρα πια γίναν βρυκόλακες, δειλοί βρυκόλακες με λιμαρισμένα δόντια, ζωντανοί-νεκροί, σε αιώνια δίψα για αίμα. Να φοβούνται και να χτυπούν τους ανθρώπους και να μισούν τους εαυτούς τους. Φτωχά πλάσματα. Από τότε που η κάμα έκοψε το λαιμό τους, αλυσοδέθηκαν για πάντα στη σαγήνη του πόνου και της καταστροφής. Ηδονίζονται και καυλώνουν μόνο με τα κλάματα και τον θρήνο των γύρω τους, επιδιώκουν μάχες για διασκέδαση, ακούνε μουσικές που αδειάζουν αρνητικά φορτία στο κεφάλι τους, θαυμάζουν το χέρι τους όποτε δίνει χτυπήματα, πόνο κι όχι αγάπη. Χωρίς να χτίζουν τίποτα, κρίνουν τις οικοδομές των άλλων. Ανίκανοι να σκοτώσουν, είναι δειλοί και ταυτόχρονα ανελέητοι. Αρέσκονται στο να απωθούν όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους. Δεν πιστεύουν σε τίποτα παρά μόνο στις πληγές τους. Συγκεντρώνονται στον πόνο, το μόνο πράγμα που έχει νόημα. Επιλέγουν κάθε μέρα τη σκιά. Είναι ολομόναχοι και το χαίρονται. Ζουν στο σκοτάδι και παρασέρνουν κι άλλους εκεί...Επιζητούν μια ρεβάνς. Την ευκαιρία που δεν θα τους δοθεί ποτέ.

Τους δικαιώνω τους φονιάδες δάσκαλε; Πόσο λάθος ρήμα. Τους θαυμάζω. Οι άγγελοι της τιμωρίας και του θανάτου κρατούν μεγάλα δόρατα, έχουν τα μάτια χαμηλά και χαράζουν το έδαφος στο διάβα τους. Γεννήθηκαν από τον προαιώνιο πόλεμο της ηθικής με την ανηθικότητα, του σωστού με το λάθος, της αγάπης με το μίσος, του θάρρους με τη δειλία, είναι σπορές βασιλικές, πορφυρογέννητες. Οι καλύτεροι της τάξης τους κατεβαίνουν σαν ομίχλη και δίνουν την ευκαιρία στο θύμα να δει κατευθείαν στα μάτια τους, φωνάζουν το όνομά του, χαμογελούν και σκοτώνουν από μπροστά. Και μετά βαδίζουν στο δικό τους, προδιαγεγραμμένο, τέλος σα να επρόκειτο για γλέντι. Αριστοκρατική φύτρα αυτοί οι σιωπηλοί και μοναχικοί φονιάδες, καθαροί, ελεύθεροι από κάθε ανθρώπινη αδυναμία, συμπόνοια, κατανόηση, διαλλακτικότητα κι άλλα άχρηστα βάρη στις πλάτες μας...Μεγαλόπρεποι στην απολυτότητά τους. Ο κόσμος που κάποτε δεν θα χωρίζεται σε δυνατούς και αδύναμους θα προέλθει από αυτούς. Και θα τους ανήκει ολοκληρωτικά. 

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Βρίζοντας και πολεμώντας: Η παροιμιώδης αθυροστομία του Γεώργιου Καραϊσκάκη

«Έλα σκατότουρκε, έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους· έλα να ακούσεις τα κέρατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες…Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε ’’από ημάς’’ συνθήκην με ’’έναν’’ κόντζιά σκατό-Σουλτάν Μαχμούτην –να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα».
Με αυτό το ακατάσχετο υβρεολόγιο «έλουσε» εν έτει 1823 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης τον απεσταλμένο του Τούρκου στρατιωτικού αρχηγού των Τρικάλων, Σιλιχτάρ Μπόδα, όταν εκείνος πήγε να συναντήσει τον πρώτο στα Άγραφα για μια από τις τετριμμένες «συνομιλίες κορυφής» με θέμα τη στάση που θα τηρούσαν οι αρματολοί της περιοχής απέναντι στις σχεδιαζόμενες εκστρατείες των Τούρκων.

Η γνώμη όσων γνώρισαν το Γεώργιο Καραϊσκάκη  και πολέμησαν μαζί του δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για το σύνολο των προτερημάτων που τον χαρακτήριζαν. Ο ίδιος ο Κιουταχής είχε αναγνωρίσει την αξία του, αρεσκόμενος μάλιστα να αντιμετωπίζει τις μεταξύ τους μάχες, από το Μεσολόγγι (1825) έως την πολιορκία της Ακρόπολης (1827) ως προσωπικές μονομαχίες. Ο μεγαλύτερος, μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, πολέμαρχος του 1821 ήταν ένας άνδρας «ακούραστος εις τους αγώνας» (Χριστόφορος Περραιβός), «μεγαλόδωρος και ευεργετικός» (Γεώργιος Γαζής), «αρείτολμος και καλός στρατηγός» (Σπυρομήλιος), «ατρόμητος» (Ιωάννης Κωλέττης), με «νουν ακατέργαστον αλλά γεννητικότατον και οξύτατον» (Παναγιώτης Σούτσος) και «επίμονον γενναιότητα» (Andre Louis Gosse, Ελβετός φιλέλληνας γιατρός). Όπως το έθεσε με μία λέξη ο Νικόλαος Κασομούλης ήταν «Αρχηγός» με άλφα κεφαλαίο.

Το αγιογραφικό αυτό πορτρέτο έχει και ένα…ψεγάδι. Όλοι οι προαναφερθέντες, και οι κυρίως οι επίσημοι βιογράφοι του, Γεώργιος Γαζής και Δημήτριος Αινιάν, αλλά και ο Νικόλαος Κασομούλης που τον έζησε από κοντά και του αφιερώνει εκτεταμένα αποσπάσματα στα «Ενθυμήματά» του, δεν θα μπορούσαν να παραγνωρίσουν ή να προσπεράσουν ένα άλλο ίδιον του χαρακτήρα του: τη μεγάλη αθυροστομία του. «Γλώσσα φύσει αχαλίνωτος», σύμφωνα με το Δ. Αινιάνα, ο  Καραϊσκάκης ξεχώριζε μάλλον από τους υπόλοιπους αρχηγούς λόγω της συνεχούς χρήσης βωμολοχιών και βρισιών στην ομιλία του. Οι βρισιές που χρησιμοποιούσε, όπως μας παρατίθενται από τις διάφορες πηγές, σκιαγραφούν μια προσωπικότητα που αξιοποιούσε κατ’ επανάληψη κάθε περιθωριακή λέξη του περιορισμένου λεξιλογίου του σε δημιουργικές συνθέσεις. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Νέου Ελληνισμού κ. Μαρία Ευθυμίου, αυτό έφτανε σε επίπεδο παραληρήματος και η βωμολοχία του «ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμά του ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του». Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος ήταν ένας αληθινός ποιητής της βωμολοχίας.  

Αυτό δεν είναι φυσικά κάτι που μας ξενίζει. Οι περισσότεροι Έλληνες που πήραν μέρος στην Επανάσταση ήταν άνθρωποι λαϊκής καταγωγής, κατά συντριπτική πλειοψηφία αγράμματοι και προφανώς ελάχιστα δεσμευμένοι από τους κανόνες της λεκτικής ευπρέπειας. Ακόμα και οι στοιχειωδώς ή επαρκώς μορφωμένοι δεν έλεγχαν πάντοτε τη γλώσσα ή τη γραφίδα τους, ειδικά μέσα στη δίνη των φατριασμών και των πολιτικών παθών. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αποκαλούσε τον Κολοκοτρώνη «σκατόβλαχο» και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον Παπαφλέσσα «εξωλέστατο»…Σε ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε αλλά και να υποθέτουμε σήμερα, οι συνήθειες της τοτινής ομιλίας έχουν μικρή σχέση με όσα τελικά απαθανατίστηκαν στον απομνημονευματικό λόγο, αφού οι ακούσεις και εκούσιες συμβάσεις του γραπτού κειμένου εξοβέλισαν κατά τεκμήριο την αμεσότητα της γλωσσικής υπερβολής, στερώντας μας την τύχη της άμεσης επικοινωνίας με το γλωσσικό και πολιτισμικό σύμπαν εκείνων των χρόνων. Συνηθέστερο μέτρο κρίσης αποτελούν περιπτώσεις όπως ο Χριστόφορος Περραιβός, ένας από τους πλέον μορφωμένους αγωνιστές, ο οποίος αντιδιαστέλλει το κομπολοί προτερημάτων του Καραϊσκάκη με τα δύο, μεταξύ άλλων, βασικά ελαττώματά του: «αισχρολόγος καθ’ υπερβολήν» και «πικρός υβριστής των ανάνδρων, πολλάκις και των φίλων». Η παρατήρηση αυτή ενέχει μια επικριτική διάσταση που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλά για την πολιτιστική «νομιμοποίηση» του Αγώνα. Πρώτο συμπέρασμα είναι πως η βωμολοχία δεν είναι ανεκδοτολογικό ιστορικό στοιχείο αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της πολυσύνθετης κληρονομιάς του 1821. Το μεσαιωνικό πρότυπο του ιππότη-πολεμιστή, όπως πλαθόταν ασυνείδητα στο φαντασιακό των επιγόνων της πολεμικής γενιάς και φτάνει ως τις μέρες μας μέσα από τη στιλπνότητα των επετειακών πανηγυρικών λόγων, καταρρέει με αστείο θα λέγαμε τρόπο μπροστά σε λέξεις και φράσεις όπως «πούτζος» ή «ο Τούρκος μας εγάμησε το κέρατο», που καταγράφηκαν από πολεμιστές-συγγραφείς όπως ο Κασομούλης και ο Μακρυγιάννης με συνειδητή ευαισθησία απέναντι στο ατομικό και συλλογικό πάθος. Ήταν τελικά τέτοιοι αυτοχειροτονημένοι «γραφιάδες» που αντιλήφθηκαν (και σίγουρα δεν το έκαναν ασυνείδητα) πως η παράθεση υβριστικών λέξεων εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους ευγενείς στόχους μιας αυθεντικής συγγραφής. Εν τέλει, οι γλωσσικές «ακαθαρσίες» του Καραϊσκάκη ανήκουν στα πλέον αυθεντικά ίχνη ενός χαμένου κόσμου που φτάνει σε μας αλλοιωμένος από τον παραμορφωτικό καθρέφτη των εθνικών φαντασιώσεων που χρησιμοποιούν τους εξιδανικευτικούς πίνακες με τις λευκοσιδερωμένες φουστανέλες ως μοντέλα πολιτικής ορθότητας.
 
Αν κατατάσσαμε τον Καραϊσκάκη απλώς ως «βωμολόχο», θα τον αδικούσαμε. Η ελευθεριότητα χαρακτήριζε όλες τις κινήσεις του. Όσο ήταν στην αυλή του Αλή-Πασά, είχε μοστράρει επιδεικτικά τα γεννητικά του όργανα στο γιο του Αλή, Μουχτάρ Πασά χορεύοντας επίτηδες μπροστά του με τρόπο ώστε να σηκωθεί η φουστανέλα του, ενώ είναι πασίγνωστο πως στη Μάχη στο Κομπότι της Άρτας (Ιούλιος 1821) ανέβηκε σε ένα βράχο και για να ερεθίσει τους Τούρκους, σήκωσε τη φουστανέλα δείχνοντας τα οπίσθιά του μέχρι που ένας «Γκέκας» τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στη μέση του «καυλού» (Γεώργιος Γαζής). Γενικά ήταν αυτό που θα λέγαμε πολύ μεγάλο «πειραχτήρι». Έχοντας πολύ δυνατά νεύρα, γνώριζε να εκτονώνει την ένταση στις δύσκολες στιγμές. Οι συχνοί αστεϊσμοί του ήταν το καλύτερο αγχολυτικό τις παραμονές της μάχης και χαλάρωναν πάντα τους συντρόφους του που προσέβλεπαν πάντα σε εκείνον. Ο αυτοσαρκασμός του δεν είχε όριο και στρεφόταν συχνά γύρω από το θέμα της ασθένειάς του και τις θέρμες οι οποίες τον καθήλωναν συνεχώς στο κρεβάτι («είμαι ζαμπούνης» έλεγε και ξανάλεγε). Μια μέρα που η ασθένειά του είχε υποτροπιάσει (έπασχε από καλπάζουσα φυματίωση) δέχτηκε την επίσκεψη ενός καινούριου γιατρού που ήθελε να τον εξετάσει. Για να τον δοκιμάσει, ο Καραϊσκάκης έκρυψε κάτω από τα σκεπάσματα έναν από τους άνδρες του. Ο γιατρός έπιασε το χέρι του παλικαριού αντί για το δικό του και του είπε: «Στρατηγέ, οι δυνάμεις σου έχουν πέσει πολύ». Αφού τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός κατάλαβε έκπληκτος πως είχε εξετάσει χέρι αλλουνού, απάντησε στο γιατρό: «Ο πούτσος μου έπεσε μωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!».     

Όλοι οι μελετητές του Αετού της Ρούμελης, από τον Αινιάνα και το Γαζή έως τους σύγχρονους Γιάννη Βλαχογιάννη και Δημήτριο Φωτιάδη, εξηγούν την ελευθεροστομία του μέσα από τις συνθήκες της γέννησης και της ανατροφής του. Φαίνεται πως η χρήση «κοσμητικών» επιθέτων δεν ήταν απλώς η ασυνείδητη αμεσότητα με την οποία επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, όσο ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στις δύσκολες συνθήκες φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης. Βρίζοντας αισθανόταν δυνατός, λες και «όλες οι καταπιεσμένες δυνάμεις της ψυχής του να μεταβάλλονται σε κρουνούς δημιουργίας». Αν χρησιμοποιούσαμε αυστηρούς ψυχομετρικούς όρους, θα λέγαμε πως ο Καραϊσκάκης υπέφερε από «κόμπλεξ». Ως καρπός του παράνομου έρωτα ενός κλέφτη καπετάνιου και μιας καλόγριας, βίωσε από παιδί έναν έντονο κοινωνικό αποκλεισμό που τον σημάδεψε και τον απομάκρυνε από κοινωνικές νόρμες εφοδιάζοντάς τον με μια διάθεση εχθρότητας και οργής για τον έξω κόσμο. Προκειμένου να ξεπεράσει την οργή του απέναντι σε αυτούς που τον αποκαλούσαν «μούλο» και τις μανάδες που τον χρησιμοποιούσαν ως αντιπαράδειγμα για τα παιδιά τους, έβρισκε διέξοδο στον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο. Ένας σύγχρονος βιογράφος του γράφει πως «η συνείδηση της αμαρτωλής μάνας του θα τον κάνει σαρκαστή κάθε ηθικής και κοινωνικής συμβατικότητας. Θα τον απογυμνώσει από το σεβασμό που τρέφει κάθε άνθρωπος για αυτούς που τον έφεραν στη ζωή, απαλλάσσοντάς τον επομένως από κάθε ηθικό δισταγμό» (Νίκος Κυρ. Αναστασόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο γιος της καλογριάς. Φως στην ψυχοσύνθεση, στη δράση και στο θάνατό του. Αθήνα 2004, σ. 26). Για τη  μητέρα του, περίφημη κι εκείνη «δια την τολμηρότητα και δια την γλώσσαν της» (Δ. Αινιάν), ο Καραϊσκάκης συνήθιζε να λέει απαξιωτικά: «Εμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές ώσπου να με γεννήσει». Εξάλλου, τη διάσημη προσφώνηση «γιος της καλογριάς» την χρησιμοποιούσαν λιγότερο οι άλλοι και περισσότερο ο ίδιος για να υποβαθμίσει σκόπιμα τον εαυτό του μπροστά στους συνομιλητές του (η μεγαλομανία σίγουρα δεν ανήκε στα γνωρίσματα του χαρακτήρα του) ενώ η ευθεία απόρριψη του προτύπου της οικογένειας που ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε, προεκτείνεται και στην οικογένεια που δημιούργησε. Ακόμα και στη γυναίκα του, Γκόλφω, δεν πρόσεχε τη γλώσσα του. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, η γυναίκα του είχε εγκατασταθεί στον Κάλαμο και αργότερα στα Επτάνησα όσο ο ίδιος βρισκόταν ή κυνηγημένος ή στον πόλεμο. Όταν την επισκέφθηκε, κάποια από τα παλικάρια της συνοδείας του ρίχτηκαν στις ψυχοκόρες της κι εκείνη του διαμαρτυρήθηκε οπότε για να την καθησυχάσει (;) ο αθυρόστομος άνδρας της, της είπε: «Έγνοια σου μωρή, έχω και για σένα πούτσο…Μη μου χολιάζεις!». Όταν αργότερα έμαθε πως η γυναίκα του τον είχε απατήσει, αποφάσισε να τη χωρίσει και να παντρευτεί την όμορφη κόρη του μεγαλοτσιφλικά των Αγράφων Τσολάκογλου, το υποστατικό του οποίου είχε ρημάξει όταν ήταν κλέφτης. Σύντομα όμως έχασε το ενδιαφέρον του και, αφού πέταξε την εικόνα της στα πόδια των στρατιωτών του, φώναξε: «Όποιος την πρωτοπάρει να την έχει! Να την χέσω την πουτάνα!». Αυτές οι εκφράσεις δεν είναι απαραίτητα  μισογυνισμός αλλά έκδηλη περιφρόνηση απέναντι σε κάθε είδους ομαλή οικογενειακή ζωή ή κοινωνική σύμβαση που σχετίζεται με τον ενσυνείδητο καθωσπρεπισμό της τότε αγροτικής οικογένειας.
       
Οι χαρακτηρισμοί «μούλος» και «γύφτος» που τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή και που ο ίδιος υιοθετούσε, του επέτρεπαν να θεωρεί τον εαυτό του ανένταχτο, γεγονός που εν μέρει εξηγεί γιατί άργησε να επιλέξει το στρατόπεδό του στην Επανάσταση. Θέλοντας να επιβιώσει πεισματικά ως πρώτος αρματολός των Αγράφων, χρησιμοποιούσε κατά βούληση (ρωτούσε τον «πούτζον» του, όπως επιβεβαιώνει και ο Κασομούλης) τις συμφωνίες ή τις ένοπλες συγκρούσεις πολεμώντας ενίοτε την ίδια στιγμή με Έλληνες και Τούρκους που τον καταδίωκαν εξίσου ως αποστάτη! Μέχρι το 1824 οι παλινωδίες του και οι συνεχείς συγκρούσεις με το Εκτελεστικό, το Μαυροκορδάτο, τους Ζαΐμηδες, τους Σουλιώτες, τους Μεσολογγίτες, το Γιαννάκη Ράγκο, τους Πελοποννήσιους κ.ο.κ. παρήγαγαν πολλές εντάσεις και ακόμα περισσότερα «γαμοσταυρίδια». Όταν στα 1823/24 η επαναστατική κυβέρνηση τον πολεμούσε ανοιχτά και οι υπόλοιποι καπετάνιοι της Δυτικής Στερεάς τον καταδίωκαν ως προδότη, η απάντησή του (γραπτή!) στην πρόταση συμφιλίωσης του Νικόλαου Στουρνάρη (μετέπειτα αρχηγό της φρουράς του Μεσολογγίου που σκοτώθηκε στην Έξοδο), ανήκει στις πιο γνωστές του ατάκες: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν-Νικόλα…είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες. Όποια θέλω από τα δύο θα μεταχειρισθώ» (Τα «τουμπλέκια» ήταν τούρκικα όργανα του ιππικού, σε αντίθεση με τις τρουμπέτες που τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες). Κάθε φορά που ο Καραϊσκάκης δεχόταν προτάσεις για ειρήνευση ή συνεργασία –είτε από Τούρκους είτε από Έλληνες– απαντούσε πως θα ρωτήσει τον «πούτζον» του και θα απαντήσει καταλλήλως. Η λέξη «πούτζος» φαίνεται να είναι αυτή που χρησιμοποιούσε με τη μεγαλύτερη συχνότητα και θα μπορούσαμε να παραθέσουμε αρκετούς λόγους για αυτό. Ο πρώτος είναι πως γνώριζε φυσικά πως η χυδαία λέξη για το ανδρικό όργανο σόκαρε πολύ περισσότερο σε σχέση με τις άλλες. Δεύτερον, η αναφορά αυτή ήταν εντελώς νομιμοποιημένη και σε χρήση ανάμεσα στα μέλη μιας πρωτόγονα ανδροπρεπούς και αρρενωπής κοινωνίας, ενώ υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος, πως ήθελε μέσα από την επανάληψη της να  ξορκίσει κατά κάποιο τρόπο τη σεξουαλική του αναπηρία.


Αν και σε πολλές περιπτώσεις η στάση του Καραϊσκάκη απέναντι στην Επανάσταση μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικώς επαμφοτερίζουσα, η τούρκικη εξουσία τον αρρώσταινε. Ως παλιός κλέφτης, ψημένος από μικρή ηλικία στην ομάδα του Κατσαντώνη, ήξερε πώς να γίνεται υπέρμετρα βίαιος εναντίον των Τούρκων που τους αποκαλούσε «Εβραίους». Η πυραμίδα των κεφαλιών μετά τη Μάχη της Αράχωβας (Νοέμβριος 1826) και οι αλυσίδες με τα αυτιά που έστελνε στο Μεσολόγγι για να δώσει θάρρος στους πολιορκημένους ήταν τα τεκμήρια ενός ανελέητου πόλεμου εξόντωσης –όπως όλη η Επανάσταση– στον οποίο οι βρισιές ήταν δεδομένες. Όποτε ο Καραϊσκάκης αποφάσιζε να πολεμήσει ανοιχτά εναντίον των Τούρκων, το υβρεολόγιο συνόδευε απαραιτήτως τα βόλια του. Μετά την «κρύα» υποδοχή του απεσταλμένου του Σιλιχτάρ Μπόδα που παραθέσαμε στην εισαγωγή, του «έσυρε» κι άλλα διάφορα, αυτή τη φορά σαν αποφασισμένος Έλληνας επαναστάτης που διατηρούσε τη μόνιμη ιδιότητα του υβριστή των πάντων: «Κερατάδες! Αυτούνους όπου αιχμαλωτίσατε ήτον εδικοί σας, ήτον Τούρκοι, ήτον Εβραίοι, διότι ραγιάς αυτό θα ειπή. Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν, και τώρα και πάντα!». Περίφημη έχει μείνει η απόκρισή του στον Μαχμούτ Πασά, διοικητή της  της Σκόδρας (Νότια Αλβανία) που εκστράτευσε από την Οχρίδα με 20.000 επίλεκτους αρβανίτες στην κεντρική Ελλάδα το 1823 για να καταπνίξει τους ενόπλους των Αγράφων και όλης της Δυτικής Ελλάδας και μετά να κατέβει ανενόχλητος στο επαναστατημένο Μεσολόγγι. Προτού μιλήσει με τα όπλα, ο διαλλακτικός Πασάς έστειλε επιστολή στους καπετάνιους του Ασπροποτάμου με την οποία ζητούσε να συνθηκολογήσουν για να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Ο Καραϊσκάκης κοινοποίησε στους άλλους καπετάνιους την επιστολή του «κερατά του σαλεπιτζή» και φρόντισε να στείλει μόνος του μια μνημειώδη λακωνική απάντηση, εντελώς αταίριαστη με το συντηρητικό ύφος της επιστολής του μουσουλμάνου: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έλθεις καταπάνω μου, ευθύς να πολεμήσω». Το γεγονός πως δεν έριξε ούτε τουφεκιά εναντίον των έτσι κι αλλιώς υπέρτερων στρατευμάτων του πασά της Σκόδρας παρά διέφυγε στα Επτάνησα (και κατηγορήθηκε για αυτό), μάλλον τονίζει παρά υποβαθμίζει τη σημασία της αποστομωτικής απάντησης.  

 
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η ένταση και έκταση της βωμολοχίας του, δεν είχε διακυμάνσεις ούτε ανάγκη να προσαρμόζεται στο εκάστοτε ακροατήριο.  Ανάμεσα σε συντρόφους είχε φυσικά ακόμα λιγότερους λόγους να βάζει φραγμό στη γλώσσα του, ενώ είχε «αρπαχτεί» άπειρες φορές με συμπολεμιστές του εκδηλώνοντας ένα ακόμη παρεμφερές «ελάττωμά» του: την έντονη οξυθυμία του. Στην περίφημη εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδας για την αποκοπή των οδών ανεφοδιασμού του Κιουταχή στο μέτωπο της Αττικής και τις μεγάλες επιτυχίες κατά των Τούρκων σε Δίστομο, Φοντάνα και Αράχοβα, είχε ανταλλάξει βαριές κουβέντες και με τους αγέρωχους Σουλιώτες οπλαρχηγούς που τον ακολουθούσαν (Λάμπρο Βέικο, Γιώργο Τζαβέλλα) και με τον καπετάνιο Ανδρίτσο Σαφάκα που αμφισβήτησε την αρχηγία του. Δυστυχώς δε μας παρατίθενται οι εκφράσεις του, αν και είναι γνωστό πως δε μετρούσε τα λόγια του, ειδικά μπροστά στους Σουλιώτες τους οποίους είχε και στην αρχή της Επανάστασης αποκαλέσει ανοιχτά «προδότες», «κλέφτες» και «γουρουνοτζάρουχα» (Επιστολή προς Κίτσο Τζαβέλλα, 20 Απριλίου 1823). Για τον οπλαρχηγό Δημήτρη Κοντογιάννη είχε πει στο Νότη Μπότσαρη, πως «εάν ήτον γυναίκα, δεν εχόρταινε με 80 χιλιάδες φοραίς την ώραν». Ο Γιάννης Γκούρας ήταν «παλιόβλαχος». Ο Γιαννάκης Ράγκος, μόνιμος ανταγωνιστής του στο αρματολίκι των Αγράφων και έμπιστος του Μαυροκορδάτου, «πορδο-Ράγκος». Στους στρατιώτες και οπλαρχηγούς που ξεπουλιούνταν για μερικά χρυσά γρόσια παραπάνω απέδιδε τον μειωτικό τίτλο «οι ταλαρήσιοι». Ασυγκράτητα αισχρολόγος ήταν με όλους τους «πολιτικούς» της Επανάστασης τους οποίους τσουβάλιαζε, μαζί με τους «καλαμαράδες», ως εντελώς άχρηστους και επιζήμιους για το Γένος. Στη στάση του αυτή προσγράφεται μια συνολική απέχθεια που τον διέκρινε απέναντι σε κάθε λογής εξουσιαστική δομή. Αυτή η απέχθεια γινόταν δε εκρηκτική όταν αμφισβητούσε τις ικανότητες κάποιου. Ο Βλαχογιάννης αναφέρει, εν είδει ιστορικού ανεκδότου, πως δεν είχε διστάσει να προσβάλλει τον «πρωθυπουργό» Κουντουριώτη για την τραγελαφική εκστρατεία εναντίον του Ιμπραήμ που κατέληξε στην οικτρή ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι το 1825: «Ώρε Κουντουριώτη, άκουγα και νόμιζα θα είναι γεμάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό όσο εγώ έχω σπόρο στα αρχίδια μου». Τον Κουντουριώτη αποκαλούσε «κουκούλα» από τον χαρακτηριστικό ναυτικό υδραίικο σκούφο του. Στον τέταρτο χρόνο του Αγώνα, η απραξία μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο του Ιμπραήμ, η ανικανότητα οιονεί στρατιωτικών αρχηγών όπως ο ναυτικός Κυριάκος Σκούρτης που οδήγησε σε οδυνηρές συντριβές και η διαφθορά των πολιτικών που διαμόρφωνε ένα αφόρητο κλίμα στο Ναύπλιο, τον έκανε να ξεσπάσει μπροστά στον Κασομούλη: «Άλλαξα τον αδόξαστο στο τζιογλάνι τον Μαυροκορδάτο, όταν ήρθε στο Νιόκαστρο· κι αφτουνού κι εκείνου του Κουντουριώτη που τονε μάζεψε να τον υψώσει. Σε βεβαιώνω, Κασομούλη, πως έκλαιγε ο πρόεδρος όταν έφευγα. Επειδής όμως είχε κείνον τον διάολον κοντά του, του είπα: «Δεν κάθομαι» -κι έφυγα. Δε μου ‘δωσε τους μιστούς των παλικαριών. Τον έχεσα κι αυτόν και την κουκούλα του κι ήρθα εδώ όπου είναι το Έθνος, που μ’ έσωσε και άλλοτε από τα κέφια των κερατάδων, του ενός και του άλλου. Πάω στην πατρίδα μας τη Ρούμελη κι εκεί θα φανεί ποιος θα δουλέψει. Δε μένω εδώ να με κυβερνάει το Τζογλάνι και η Κουκούλα μ’ αρχηγό το Γκεμιτζή (σ.σ. το Σκούρτη)»

Το «τζιογλάνι», όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα, ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Το, δια στόματος Μακρυγιάννη, «ζυμάρι των Τούρκων». Ο άνθρωπος τον οποίον αντιπαθούσε θανάσιμα και κάθε αναφορά στο όνομά του τον εξόργιζε πραγματικά αποκαλώντας τον περιπαικτικά «τεσσερομάτη» (επειδή φορούσε γυαλιά). Τις σκέψεις του αυτές τις μοιραζόταν και με τους ομογάλακτους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς (τους οποίους καλούσε «αδελφούς»), στις ανάπαυλες των μεταξύ τους διαμαχών. Ο Κασομούλης μας διασώζει μια συνομιλία που καταλήγει σε μια από τις συνηθισμένες εκρήξεις του εναντίον του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου τον οποίο περνάει «γενεές δεκατέσσερις» ομού μετά των υποστηρικτών του:
-Καραϊσκάκης: Καπιταναίοι, εκστρατεύετε· δεν σας ερωτώ δια πού έχετε να εκστρατεύετε.
-Καπεταναίοι: Και ημείς δεν ηξεύρομεν, είπον, πηγαίνομεν εις τον μαχαλάν και όπου μας διορίσει η Κυβέρνησις, εκεί θέλει εκστρατεύσωμεν.
-Καραϊσκάκης: Ποια κυβέρνηση καπιταν-Νότη (σ.σ. Νότης Μπότσαρης); Το τζιογλάνι του Ρείζ-εφέντη, ο τεσσερομάτης; Ποιοι τον έκαναν κυβέρνησιν; Εγώ και οι άλλοι δεν τον γνωρίζομεν! Ή σύναξεν δέκα ανόητους και τον υπέγραψαν δια τας ιδιοτέλειάς των; Ιδού ποιοι τον υπέγραψαν: Πρώτον εσύ, όπου όλα τα πράματα θέλεις να έρχωνται με το ζουρνά, ο Σκαλτσάς, όπου δεν είναι άλλο παρά καμπάνα μπαγκ-μπαγκ, ο Μακρής ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος όπου μόνον το κεφάλι ξέυρει να ταράζει […] ο ξυνόγαλο-Γεώργιος Τζιόγκας, όπου στραβώνει τα χείλη με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο αδελφός μου ο Στορνάρης ο ψεύστης; Δεν το υπέγραψεν ο πούτζος μου, και να ιδώ την εκστρατείαν σας! […] Δια την Άρταν εκστρατεύετε…Πηγαίνετε και εγώ το ντουφέκι σας το βάνω από τις πλάτες. Σας γάμησα τα κέρατα και θα σας γαμήσω και πάλι!».
            Η μετωπική σύγκρουσή του με τους εκφραστές της τάξης και της πολιτικής νομιμότητας ήταν συνεχής και παραλίγο να του κοστίσει πολύ περισσότερα από τη στρατιωτική του «καθαίρεση» και την απώλεια του αρματολικιού των Αγράφων. Στην περίφημη δίκη του στο Μεσολόγγι την 1η Απριλίου του 1824, εκτός από την «εσχάτη προδοσία» (υποτίθεται πως είχε συνομολογήσει ειρήνη και συνεργασία με τον Ομέρ Βρυώνη), ο «γύφτος» δικάστηκε συνολικά, για όλες τις άσχημες συνήθειές του, και φυσικά την ανυπόφορη για τους προεστούς ελευθεροστομία του. Όσοι βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στην εκκλησία-δικαστήριο της Παναγίας στο Αιτωλικό, είχαν την τύχη να απολαύσουν μια σπαρταριστή στιχομυθία ανάμεσα στον κατηγορούμενο Καραϊσκάκη και έναν από τους δικαστές του, τον ηλικιωμένο κοτζαμπάση Γαλάνη Μεγαπάνου:
«Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλια στα λόγια που λέω, εκατό ζωές να ‘χω, δεν γλιτώνω.
Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε ξέρουμε πως λες όλο λόγια, μα γιατί τα λες;
Καραϊσκάκης: Το ‘χω χούι κυρ Πάνο.
Μεγαπάνου: Αμ, γιατί να το ‘χεις χούι που είσαι πια πενήντα χρονών;
Καραισκάκης: Αμ δεν μπορώ να το κόψω, κυρ-Πάνο. Κι εσύ δα είσαι ογδόντα χρονώ, μα το χούι δεν τα’ αφήνεις να γαμείς –και δεν μ’ ακούς». Εκείνη τη στιγμή, όλο το ακροατήριο και οι δικαστές γκρεμίστηκαν από τα γέλια και η διαδικασία κόπηκε λόγω ακατάσχετου γέλωτος…Ο Καραϊσκάκης κέρδισε το κοινό με τα αστεία του και την αμεσότητά του και τελικά έφυγε ελεύθερος κάτω από τα εγκωμιαστικά σχόλια των κατοίκων του Μεσολογγίου που έλεγαν μεταξύ τους πως «δε ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζαράς!».

Εντελώς αγέρωχος και μοναχικός πολεμιστής, ο Καραϊσκάκης ήταν άνθρωπος που έδινε αξία μόνο στις προφορικές συμφωνίες, στη «μπέσα». Στα χρόνια της προδοσίας, της ατιμίας και της ρευστότητας των συμπεριφορών, ο κώδικας τιμής των κλεφτών έμοιαζε να είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς στην αναζήτηση συμμάχων και φίλων. Έναν τέτοιο δεσμό είχε με τον Κίτσο Τζαβέλλα στον οποίο μάλιστα είχε τάξει για γυναίκα την κόρη του. Όταν όμως εκείνος ξεμυαλίστηκε με μια Μεσολογγίτισα, αθετώντας το λόγο του και διαλύοντας την ένωση των δύο οικογενειών, η υπόληψή του καταβαραθρώθηκε στα μάτια του Καραϊσκάκη. Όταν λοιπόν ο Τζαβέλλας του έστειλε κάποτε μια επιστολή για να σπεύσει προς βοήθειά του, σφραγισμένη με το σημείο του σταυρού, ο θιγμένος του απάντησε σε τόνο ακατέργαστης λαϊκής θρησκευτικότητας χωρίς να διστάσει να διανθίσει το γράμμα με τα γνωστά «γαλλικά» του: «Άνθρωπος όπου αρνείται τον Σταυρόν δια μουνί, δεν έπρεπε να βάνη Σταυρόν στο γράμμα του και εν ονόματι αυτού, να καλή βοήθεια, διότι τον ηρνήθη…».

Οι πρόγονοί μας έβριζαν και πολεμούσαν. Πολεμούσαν και έβριζαν. Όταν πυροβολούσαν, έβριζαν. Όταν έκαναν έφοδο, έβριζαν. Όταν τραυματίζονταν, έβριζαν. Όταν αιχμαλωτίζονταν, έβριζαν. Όταν διαφωνούσαν, έβριζε ο ένας τον άλλον. Μαζί με τα χρυσά σκήπτρα της βωμολοχίας του ’21, στον Καραϊσκάκη ανήκουν και αυτά της αυθεντικότητας. Κανείς από όσους έχουν μέχρι σήμερα καταπιαστεί με τη ζωή, τη δράση και τον χαρακτήρα του δε θεωρούν την αθυροστομία του «ελάττωμα». Αντίθετα, μοιάζει ένα πρόσθετο γοητευτικό στοιχείο σε μια συνολικά συναρπαστική προσωπικότητα. Πολιτικά ανορθόδοξος, υπερβολικά ανθρώπινος, ανεξάρτητος και πάντοτε σαρκαστικός, διατήρησε και διατηρεί έως σήμερα το χρώμα μιας επαναστατικής γνησιότητας. Η ακούσια σύγκρισή του με τον Κολοκοτρώνη, είναι η σύγκριση ανάμεσα στον αυτοσαρκαστικό «γύφτο» και το σεβάσμιο «γέρο». Μολονότι προσωπικότητες ίδιου βεληνεκούς και σημασίας, οι διαφορετικές τους ποιότητες αναδεικνύουν ενίοτε και αρκετές συγκλίσεις των χαρακτήρων τους. Η προσωπικότητά του Καραϊσκάκη είναι αρχετυπική διότι ενσαρκώνει το πνεύμα του κλεφταρματολού σε όλη τη γήινη μεγαλοπρέπειά του. Πολλά πράγματα για αυτόν μας αποκαλύπτουν οι επιλογές του. Ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που έβρισκε με αγωνιστές όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Μακρυγιάννης αποκαλύπτει ένα κοινό σημείο: Όλοι τους κάποια στιγμή βρέθηκαν απολογούμενοι μπροστά στην αυτόκλητη «ανώτερη» τάξη της επαναστατημένης Ελλάδας, στοιχείο που τους κατατάσσει αυτόματα στη χορεία των πιο αυθεντικών εκφραστών του «λαϊκού ‘21». Ένας κοινωνικά απόβλητος γιος μιας παραστρατημένης  καλόγριας που έγινε διαδοχικά πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη, τσοχαντάρης (σωματοφύλακας) του Αλή-Πασά, αρματολός στα Άγραφα, αρχιστράτηγος, Γενικός Αρχηγός, αναζωογονητής του Αγώνα στη Ρούμελη, νικητής του Κιουταχή σε πολλές μάχες και οργανωτής του μεγαλύτερου στρατοπέδου που γνώρισε το 1821 δε μπορεί παρά να διεκδικεί τις δάφνες του λαϊκού ήρωα. Δυστυχώς, η αξία του έμελλε να γίνει αισθητή μετά τον θάνατό του. Όταν σκοτώθηκε ήταν ήδη αναγνωρισμένος αρχηγός και διέθετε χιλιάδες πιστούς και αφοσιωμένους άνδρες, ήταν δε έτοιμος να τελειώσει μια για πάντα την υπόθεση της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδας λύνοντας την πολιορκία της Ακρόπολης με τον τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε. Η φιλοτιμία του να τρέχει στην πρώτη γραμμή και να φροντίζει τους άνδρες του σαν καλός κλέφτης, του κόστισε πολύ ακριβά. Σύμφωνα με τον Περραιβό, έφυγε συγκινημένος σε ένα νεκροκρέβατο στη Σαλαμίνα και αποχαιρέτησε τους συντρόφους του με θερμά, πατριωτικά λόγια για τον Αγώνα στον οποίον είχε αφοσιωθεί ολόψυχα παρακινώντας τους με χωρατά και δάκρυα στα μάτια να είναι «μονιασμένοι και να βαστήξουν την πατρίδα» (Μακρυγιάννης). Η λιτή διαθήκη του ήταν για τις «τσούπες» του, την αγαπημένη του Τουρκάλα Μαριγώ που τον λάτρευε σαν θεό και τον ακολουθούσε πάντα ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, τους «γραμματικούς» και τους «τζαουσάδες» του. Κι αυτή θα ήταν η αψεγάδιαστη, επιλογική εντύπωση που θα φωτογράφιζε στους αιώνες των αιώνων το όνομα «Γεώργιος Καραισκάκης» σε κάθε σχολική επέτειο, ταιριαστά αποκαθαρμένο από τον παλιό, «χυδαίο» εαυτό του, αν ο Κασομούλης δεν έκρινε σκόπιμο να σώσει τα τελευταία λόγια που ο καπετάνιος φώναξε στους Τούρκους καθώς έπεφτε τραυματισμένος στη βουβωνική χώρα, εκείνη την «φαρμακωμένη» Πέμπτη της 22ας Απριλίου του 1827, μια μέρα πριν την ονομαστική του εορτή, έφιππος κοντά σε ένα πρόχειρο προμαχώνα κάπου στο σημερινό Νέο Φάληρο: «Κλάστε μου τώρα τον πούτζον!….»         
    
    

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Να ζείς ή να ξέρεις;....

Έχω ένα χόμπυ που αγγίζει τα όρια της πρέζας: την προφορική ιστορία. Αισθάνομαι περισσότερο ικανός ιστορικός πίσω από ένα ανοιχτό μαγνητόφωνο απ' ό,τι ένας οδηγός της Φορμουλα 1 μπροστά στο τιμόνι. Οι ειδικοί θα πουν ότι η προφορική ιστορία αποτέλεσε μια πραγματική έκρηξη στις ιστορικές σπουδές, εκδημοκράτισε εκ θεμελίων τις κοινωνικές επιστήμες, επαναπροσδιόρισε ριζικά το αντικείμενο και τα ερωτήματα της έρευνας και άλλα σωστά. Σε ό,τι με αφορά, οι συνεντεύξεις καλύπτουν τη ζωτική μου ανάγκη, όχι μόνο να επικοινωνώ άμεσα με τις πηγές αλλά και να τις διαμορφώνω. Καμία εμπειρία επαφής με το ιστορικό παρελθόν δεν είναι τόσο αδιαμεσολάβητη, τόσο άμεση και τόσο αλληλοδραστική όσο η καταγραφή προφορικών μαρτυριών. Εκτός από την μοναδική ευκαιρία που σου παρέχει μια unter vier Augen συνομιλία, να εισπνεύσεις την ατμόσφαιρα και το κλίμα της εποχής που μελετάς, αποτελεί μια εξόχως αμοιβαία διαμορφωτική εμπειρία. Η διαφορά με το γραπτό κείμενο είναι πως δεν διαβάζεις μόνο εσύ την πηγή, σε διαβάζει κι εκείνη. Τη σημαδεύεις, την αναδεύεις, τη συγκινείς, δυνατότητα που κανένα βιβλίο (ακόμα και ημερολόγιο) δε μπορεί να δώσει...Η μνήμη του ανθρώπου δεν είναι στατική, ενίοτε ούτε καν σταθερή. Υποστασιοποιείται και παίρνει ζωή, μορφή και σχήμα μέσα από το δικό σου ενδιαφέρον (και την αντοχή) να την ανακινήσεις, ενώ ταυτόχρονα και οι δικές σου αναζητήσεις διαμορφώνονται μέσα από ένα μονοπάτι που άνοιξες μεν στο μυαλό του άλλου αλλά δεν ορίζεις απόλυτα. Κι εδώ είναι η ομορφιά του. Αν υπεισέλθουμε δε στα ενδότερα, θα πρέπει να μιλήσουμε για εκείνες τις ακαθόριστες υπαρξιακές συντεταγμένες που συνωμοτούν ώστε μια Α-"θέληση για πληροφορία" να συναντήσει μια Β-"θέληση για μνήμη", εφόσον κανείς δε ντύνεται ρόλους, είτε του πληροφορητή, είτε του "συνεντευκτή" αν δεν έχει προσωπικό κίνητρο να το κάνει. Η συνάντησή τους ισοδυναμεί με μια σχέση ερωτική. Όσο ανοίγουν κι οι δύο πλευρές τα χαρτιά τους, τόσο μεγαλύτερη ώσμωση προκύπτει.

Η γνωριμία μου με την Εσθήρ Κοέν δεν κράτησε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας. Η υγεία της δεν επέτρεπε μακροσκελείς αφηγήσεις για την κόλαση του Άουσβιτς από την οποία επέζησε (ήθελα να σκέφτομαι πως τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα εξαιτίας του Μπίρκεναου κι όχι των απανωτών εγκεφαλικών). Κρίμα γιατί η γλώσσα του σώματος απέπνεε ειλικρίνεια, βαθιά ανάγκη για επικοινωνία. Έμοιαζε απ' αυτές τις γυναίκες που δεν τις πιάνει το μάτι σου, καπάτσα και εύστροφη που απλώς είχε την ατυχία να γεννηθεί Εβραία και να μεγαλώσει σε μια κωλοεπαρχιακή ελληνική πόλη που την πλάκωσε ο Ναζισμός το 1943. Κατανόησα, δεν επέμεινα και πήγα να κλείσω την κάμερα όταν την είδα να συμμαζεύει το στόμα της, να τεντώνει προς το μέρος μου την παλάμη σαν τροχονόμος και ένα νεύμα του κεφαλιού -κάτι θέλει να πει. Τέντωσε το μπράτσο για να φαίνεται το τατουάζ με τον αριθμό και με πεντακάθαρη φωνή, ακόμπιαστη, μου έδωσε την μικρότερη σε μέγεθος συνέντευξη που πήρα ποτέ: "Έχω ένα εγγόνι. Μου είπε μια μέρα: "Γιαγια, αυτό στο χέρι σου δε σε πονάει; Θα στο βγάλω εγώ". Και πήρε ένα σαπούνι κι άρχισε να το τρίβει. "Μπαμπά, η ζωγραφιά απ' το χέρι της γιαγιάς δε βγαίνει" απογοητεύτηκε". Έκλεισα την κάμερα με ανάμικτα συναισθήματα. Σα να ήθελα να μην υπήρχε σύμβαση καταγραφής ούτε τεκμήριο απ' αυτό το στιγμιότυπο. 

Επί ένα χρόνο τον είχα τρελάνει τον άνθρωπο. Μεγαλοπρεπέστατο το "σχόλασμά" που μου έκανε ένα απόγευμα στα γραφεία των αντιστασιακών της Κοκκινιάς. Η πρώτη μας γνωριμία. Πρόσωπο σαν κόντρα-πλακέ, μισόκλειστα μάτια, χρυσά δόντια (σπάνιο για κομμουνιστή) και μακρόσυρτη φωνή, μάγκικη: "Παλικάρι μου, πήγαινε βρες καναν επονίτη...αυτά που έκανα εγώ στην Κατοχή σε λέγονται..." και το δάχτυλο να κάνει αυτάρεσκα τη χειρονομία της σκανδάλης. Εκτελεστής της ΟΠΛΑ. Κοκκινιά 1944. Δεκαέξι χρόνια φυλακή. Με απέφευγε πάντα, θυμότανε...Κλεινότανε περισσότερο στον εαυτό του, τι να θέλει τώρα αυτό το πιτσιρίκι. Κανένας άλλος παλιός του σύντροφος δεν ήταν σε θέση να του αλλάξει γνώμη. Τι ξέραν αυτοί εξάλλου; Και μια μέρα, μετά από ένα ολόκληρο χρόνο, η τελευταία μου τηλεφωνική κρούση απελπισίας "κλείδωσε" με το κομμουνιστοπειραιώτικο φιλότιμο του Θεόδωρου Ξηροτάγαρου. Εκείνο το βράδυ, σε ένα σπιτάκι στην παλιά Κοκκινιά, ένιωσα σαν ημερολόγιο. Τα είπε όλα. Δεν κράτησε τίποτα. Κι ούτε καν ασχολήθηκε με μαλακισμένα μαγνητόφωνα και δεκαετίες κανόνων σιωπής και omerta και πολιτικές ορθότητες και δημοσιεύσεις. Δεν ήταν εξομολόγηση, δεν έσπασε η φωνή. Αλλά ένοιωσε τη μοναξιά του και την εκροή της να με τραντάζουν. Ήταν η μοναξιά ενός πολεμιστή που όσο νιώθει το τέλος να 'ρχεται, τόσο του λείπουν αυτιά που να τον καταλαβαίνουν. Πού πήγαν όλοι οι φίλοι μου, σα να 'λεγε. Εικαστική λεπτομέρεια: Είχε την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, "συνήθειο από τότε". Συγχώρα με Ξηροτάγαρέ μου, τό είπα και τότε φεύγοντας από την ΚΟΒα, το λέω και τώρα, δεν ήθελα να στριμώξω την ψυχή σου σε ένα χαζοβιβλίο. Και τώρα που δεν υπάρχεις πια και βλέπω τα λόγια σου σαν άψυχα τυπογραφικά στοιχεία, θυμάμαι το χαμόγελό σου. Αυτό το βαθύ. Με νόημα. Και για λίγους.

Ξανθιά ήταν τότε. Και λεπτοκαμωμένη. Αστική τάξη με ρίζες στην επαρχία, περιουσία και μόρφωση απ' τις καλόγριες. Ρουφηγμένη στη δίνη μιας τρελής και ηρωικής εποχής. Μέσα στο δεκεμβριανό αγιάζι του '42, σε μια τσοπανοκαλύβα δεκάδων χαροκαμένων από το Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, η κατανυκτική (αλά Βηθλεέμ) έμπνευση της στιγμής τη μεταμόρφωσε σε λαική μούσα κι οδήγησε το χέρι της να σκαρώσει σε ένα χασαπόχαρτο ένα συμπαθητικό εμβατήριο που κάποτε θα τραγουδούσαν όλες οι μεραρχίες του ΕΛΑΣ: "Βαριά στενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει / το δόλιο το Μικρό Χωριό και πάλι ανταριάζει..." Αργότερα ερωτεύτηκε τον καπετάνιο της μεραρχίας, έναν Κρητίκαρο μέχρι εκεί απάνω και μια γενειάδα μέχρι το στήθος. "Είμαι κομμουνιστής. Θα δυστυχήσεις μαζί μου. Έχεις ένα μήνα καιρό να αποφασίσεις". Χωριάτικος γάμος στο Καρπενήσι, πέντε παπάδες, ο γαμπρός σε άσπρο άλογο, Ελασίτες να παίζουν κρητική λύρα. Πρώτη νύχτα γάμου τζίφος, ο καπετάνιος προτίμησε να καβαλήσει τη νύχτα και να χτυπήσει τους Ιταλούς. Δεν είχα σκοπό να μαγνητοφωνήσω όλη τη ζωή της Ναυσικάς Φλέγγα αλλά υποκύπτω πάντα στους έρωτες με την πρώτη ματιά. Πέντε κασέτες (με καλλιγραφικά γράμματα στις ετικέτες, μερακλίδικα) εγκλώβισαν την αφήγηση μιας γυναίκας με την αντοχή της Πηνελόπης: 14 χρόνια περίμενε τον άντρα της να γυρίσει από τη μεγάλη σοβιετική πατρίδα. Ήταν στο λιμάνι, φυλλομέτραγε τους επιβάτες που κατέβαιναν και τον γνώρισε από μακριά. Εδώ το υφάδι της αφήγησης είναι τόσο κινηματογραφικό που καταλήγει παραμυθικό. Αν δεν αποστασιοποιηθείς έγκαιρα, την πάτησες. Είναι κάποιου είδους καμπή: απορροφάσαι επικίνδυνα στη σαγήνη της μαρτυρίας, ερωτεύεσαι αυτά που ακούς. Η συγκίνηση και ο θαυμασμός στο κλέος, τον ηρωισμό και την αγνότητα περασμένων εποχών παραμονεύει για να σε ξεκάνει: θα σε ξεστρατίσει επιστημονικά και θα σε υπονομεύσει ψυχικά. Αλλά πώς να μη συγκινηθείς και πώς να μην σιχτιρίσεις την λιγόψυχη εποχή σου όταν σου λέει πως δεν τους πίστεψε όταν τη βασάνισαν ψυχολογικά με ένα δήθεν πρωτοσέλιδο μιας δήθεν εφημερίδας που έλεγε πως ο Λευτεριάς σκοτώθηκε στη Μάχη της Καρδίτσας και το κεφάλι του κρεμάστηκε στην πλατεία, όταν δεν έστησε κώλο ακόμα κι αφού της έσπασαν το όμορφο πρόσωπο με γροθιές οι ασφαλίτες του Πειραιά. Θυμάμαι τη στιγμή. Είχε αφοσιωθεί στη ροή του ίδιου της του λόγου, είχε σχεδόν ξεχάσει την παρουσία μου, αλλά στο τελευταίο σημείο έκανε παύση, γύρισε, με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και έβγαλε ένα "από 25 χρονών είμαι χωρίς δόντια παλικάρι μου...". Πέρασα το κατώφλι της μονοκατοικίας στην Πεύκη αρκετές φορές, της έφερα τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα δεμένα σε σπιράλ, με τίτλο "Όμορφη σαν Πρωτομαγιά" (το ψευδώνυμό της στην ΕΠΟΝ). Πληρώθηκα σε δάκρυα. "Δεν περίμενα να ξαναφανείς παιδί μου. Όσοι έρχονται εδώ για συνεντεύξεις, δεν δίνουν ξανά σημεία ζωής". Στη βεράντα πίνω βυσσινάδα. Διαβάζω τα ερωτικά τους γράμματα, αλλά σταματάω όταν νιώθω πως παραβιάζω άλλους κόσμους. Πρέπει να βάζεις φρένο στα παραμύθια. Αλλιώς θα σε συντρίψει ο ρεαλισμός της εποχής σου. Και η δική σου ιστορία δεν θα αφορά κανέναν.

 

Πορφύριος Μάλχος για τον Πυθαγόρα

Αθλείν μεν παρήνει, νικάν δε μη, ως δέον τούς μεν πόνους υπομένειν, δ' εκ του νικάν φθόνους φεύγειν. Συμβαίνει γαρ και άλλως μηδ' ευαγείς όντας τους νικώντας και φυλλοβολουμένους

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

"Ας πειθαρχήσωμεν": Συζητώντας για ιστορικές αναλογίες



Πριν λίγες εβδομάδες, ο Μανώλης Γλέζος ανέφερε σε τηλεοπτικό παράθυρο πως οι δηλώσεις του Λουκά Παπαδήμου για συμπαράταξη και πειθαρχία στα νέα μέτρα του θύμισε το μοτίβο «δουλειά, χαρά και εργασία» που επιβλήθηκε στους κατοίκους της Αθήνας τις πρώτες μέρες της γερμανικής κατοχής. Η θετική υποδοχή του σχολίου στα blogs –δηλαδή των δεικτών μιας «υποψιασμένης» κοινής γνώμης– μάλλον επιβεβαιώνει την ενεργοποίηση ενός είδους κοινωνικής μνήμης· η ενεργοποίηση των όρων «μαυραγορίτης», «δοσίλογος», «κατοχή», «Γερμαναράδες» συνιστούν μια τυπολογία συμπεριφορών και ταυτοτήτων με αντοχή στο χρόνο, καθώς η επικαιρότητα χαρίζει (ξανά) ένα αχανές πεδίο για, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές, αναδρομές στην ιστορική εμπειρία. Πόσο ιστορικά δόκιμες όμως είναι αυτές οι αναλογίες; Ας ξεκινήσουμε ξεχνώντας για λίγο τους «κακούς Γερμανούς»: Εκτός από πρωτεύουσα κατεχόμενη από τον Άξονα, η Αθήνα του 1941 ήταν και εργοτάξιο μιας αναγεννητικής προσπάθειας σε οριακά δύσκολες συνθήκες. επανδρωμένης με συνθήματα από αναχρονιστικά έως προγονολατρικά, ανέλαβε να φέρει σε πέρας μια δοτή κυβέρνηση που, σε άλλα συμφραζόμενα, θα θύμιζε περισσότερο στρατιωτική δικτατορία –επτά υπουργοί του Τσολάκογλου ήταν στρατιωτικοί– παρά «τεχνοκράτες». Η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία συνέχισαν να εξελίσσονται, στο δοκιμαστικό σωλήνα μιας πολιτικής κατευνασμού και απόλυτης υποταγής στις διαταγές των Γερμανών. Ο εξουσιαστικός λόγος ήταν κούφιος και πατερναλιστικός. Πράξεις απείθειας, με κορυφαία την υποστολή της γερμανικής σημαίας στην Ακρόπολη μονογράφονταν ως συμπεριφορές «αναρχικές», «αχάριστες» (!) και αποδίδονταν σε «ξένους πράκτορες»[1]. Στην προπαγανδιστική εκστρατεία για μαζική πειθαρχία και υπακοή στο «Κράτος», δημοσιογράφοι και επιφυλλιδογράφοι –μουδιασμένοι κι οι ίδιοι– επιχειρούν να χρυσώσουν το χάπι σχολιάζοντας με ανακούφιση τη διεύρυνση του ωραρίου σε ταβέρνες, θέατρα και κινηματογράφους, ενώ η πρώτη κατοχική επιφυλλίδα του λογοτέχνη Σπύρου Μελά στην Καθημερινή (28.4.1941) ήταν αφιερωμένη στην «ταβέρνα» και τη συμβολή της «ρετσίνας στο έργον της ανασυγκροτήσεως. Μας φτιάνει το κέφι δια να δουλέψομεν. Και χωρίς κέφι δε γίνεται τίποτε». Αυτού του είδους η «διατεταγμένη αισιοδοξία» ήταν κοινός τόπος στις προσπάθειες ελέγχου των πληθυσμών (και κυρίως των αστικών) που υπέφεραν μαζικά και δυσφορούσαν κάτω από την ανυπαρξία επιλογών ελεύθερης έκφρασης, ακόμα κι αν αυτή είχε τη μορφή της ατομικής απαισιοδοξίας[2].

Τα επιχειρήματα κοινωνικής ευαισθησίας και συλλογικής υπευθυνότητας σε ένα context ξένης κατοχής πρέπει να ηχούσαν το ίδιο διαστρεβλωτικά με σήμερα. Δυο μέρες αργότερα, ο ίδιος επιφυλλιδογράφος ξιφουλκεί εναντίον της ατίθασης πιτσιρικαρίας των Αθηνών που ο πόλεμος είχε αποδιοργανώσει, προβάλλοντας την επιστροφή στις σχολικές αίθουσες ως ένα από «τα μεγάλα αγαθά της καταστάσεως»: «Θα γυρίσουν οι μικροί στα θρανία τους. Και οι μητέρες, οι καϋμένες οι μητερούλες, που τους στρίμωγναν στα καταφύγια ή τους κυνηγούσαν στους δρόμους θα βρουν επιτέλους την ησυχία τους [...] το θρανίο του μαθητού δεν αξίζει τόσο για τις γνώσεις που δίνει στο παιδί, όσο γιατί τα συνηθίζει να καταβάλλουν κάποια προσπάθεια. Οι πιτσιρίκοι όλον αυτόν τον καιρόν, το είχανε ρίξει στο ρεμπελιό. Η τροφή πούδιναν στη φαντασία τους ήτανε βομβαρδισμοί, μάχες, επιθέσεις σχέδια. Σ’ όλες τις συνοικίες παίζανε τον πόλεμο, καμμιά φορά με πραγματικούς τραυματίας». Στο γενικότερο «ρετουσάρισμα», στηλιτεύεται οτιδήποτε παραπέμπει σε «συλλογικότητα του δρόμου» (από τα παιδικά παιχνίδια ως τις διαδηλώσεις) και οι δρόμοι της πόλης γίνονται καθρέφτης της ομαλότητας και της πειθαρχίας. Στις κατεχόμενες πόλεις οι άνθρωποι περιμένουν στη στάση του τραμ, στην ουρά του συσσιτίου ή βαδίζουν βιαστικά κλεισμένοι στον εαυτό τους. Αυτό παρατήρησε και ο πιο διεισδυτικός επιφυλλιδογράφος εκείνων των ζοφερών ημερών, ο Κώστας Βάρναλης: «Δεν υπάρχουνε πια Αθηναίοι που να στέκουνε στη μέση του πεζοδρομίου και να συζητούν· ούτε γυναίκες να σταματούνε μπροστά στις βιτρίνες και να χαζεύουν. Κι αν υπάρχουν, βιάζονται κι αυτοί»[3]. Η κατήφεια αντιστοιχούσε σε ομαδική δήλωση νομιμοφροσύνης, πράγμα που εξηγεί γιατί το χιούμορ και τα ανέκδοτα θεωρήθηκαν ο πλέον αυτονόητος και διαδεδομένος τρόπος καθημερινής αντίδρασης[4].
            Στο επίπεδο της πολιτικής, οι πομπώδεις, ρηξικέλευθες διακηρύξεις της κατοχικής κυβέρνησης εξαντλήθηκαν σε καταδίκη της «προηγούμενης διοίκησης». Από τον διοικητικό μηχανισμό, τη σωματειακή ζωή και τα σύμβολα της κουλτούρας, ξηλώθηκε με παλαιοκομματικό ζήλο οτιδήποτε «μεταξικό». Αυτό που μοιάζει με ιδιότροπο «παραλάβαμεν χάος», ήταν ουσιαστικά ένα damnatio memoriae για οτιδήποτε θύμιζε πως η Ελλάδα είχε πρόσφατα αντισταθεί στους νυν κατακτητές της. Κατά τα άλλα, κάθε ντιρεκτίβα κατέτεινε σε μια γενική οπισθοδρόμηση της συλλογικής κοινωνικής έκφρασης και μια απονεύρωση της «πατριωτικής» συμπεριφοράς. Ο πατριωτισμός συρρικνώθηκε σε ρηχά κελεύσματα πειθαρχίας και θεσμοποιήθηκε με σειρά διαταγμάτων που μετέθεταν στους πολίτες ακέραια την ευθύνη για κάθε εκτροπή ή αναταραχή. Αυτό δεν είναι ορατό στο πλήθος των αυτονόητων απαγορεύσεων αλλά κυρίως των αγορανομικών διατάξεων που ποινικοποιούσαν την αισχροκέρδεια, τις αυθαίρετες ανατιμήσεις και τη συσσώρευση τροφίμων. Πριν ακόμα εμφανιστεί ο πραγματικός «βάρβαρος εχθρός» (η Αντίσταση), σε ύψιστη προδοσία αναγορεύτηκαν ο μαυραγοριτισμός και τα υπόγεια δίκτυα απόκτησης τροφίμων. Έτσι δρομολογήθηκε ένας ανειρήνευτος πόλεμος με τους «κυρίους υπαιτίους της καταστάσεώς μας» (όπως ανέφεραν οι αφίσες επικηρύξεων στους δρόμους) και για να λησμονηθεί ο βασικός παράγοντας απομύζησης των πόρων της χώρας και για να ανακυκλωθεί η  οργή μέσα στον λαό ή να στραφεί σε αποδιοπομπαίους τράγους. Οι δυνατότητες να πάρει στα σοβαρά ο απλός κόσμος αυτό το θέατρο σκιών έχανε έδαφος όσο αποκαλυπτόταν το αληθινό πρόσωπο της σκλαβιάς. Όταν τα αντικατοχικά αισθήματα, γαλβανωμένα μέσα στον εφιάλτη της πείνας που ενέσκηψε λίγους μόνο μήνες μετά την υποδούλωση, συγκρούστηκαν με την κλιμακούμενη τρομοκρατία, κάθε προσπάθεια κοινωνικού έλεγχου από Έλληνες και Γερμανούς εξατμίστηκε γιατί απλούστατα «η κοινωνία, πιασμένη σ’ ένα ολοκληρωτικό πόλεμο, είχε γίνει η ίδια πεδίο μάχης»[5].


[1] Πρωία, 31.5.1941, Η Καθημερινή, 1.6, 2.6, 16.6.1941.
[2] Για μια άλλη πόλη που υπέφερε από τον πόλεμο και την σκληρότητα του «ντόπιου» καθεστώτος της, βλ. Roger Moorhouse, Berlin at War. Life and Death in Hitlers capital 1939-45. Vintage Books, 2009, σ. 75 κ.έ.
[3] Κώστας Βάρναλης, Φέιγ-Βολάν της Κατοχής. Χρονογραφήματα (Επιλογή-επιμέλεια Γιώργος Ζεβελάκης). Καστανιώτης, Αθήνα 2007, σ. 179.
[4] Ενδεικτικά για την χιουμοριστική καθημερινότητα των Αθηναίων, Δ. Ψαθάς, Το χιούμορ μιας εποχής, Αθήνα 1946.
[5] Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 15.

Ρόδης Ρούφος, Χρονικο μιας Σταυροφοριας, απόσπασμα δεύτερο

-Λέγε, είπε ο Μάρκος βλέποντας πως ο Ρένος είχε διάθεση για το είδος εκείνο κουτσομπολιού που στην παρέα ονομαζόταν με τον ευφημισμό "ψυχολογικά σχόλια".
-Δεν το βλέπεις κι εσύ; Ο Δίων βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο έντασης του πρώτου εφηβικού έρωτα, όπου ψυχικές ορμές, μεταφυσικά σχήματα και κυρίως ορμόνες στρέφονται όλες μαζί σε μια κοπέλα, που τη θέλει υπάκουο σύμβολο και δέκτη της ηρωικής του θέλησης. Ζει μ' αυτόν το μύθο της ολοκλήρωσης και της μιλάει για πράγματα που την τρομάζουν. Συνάμα προσπαθεί να χαιδέψει το κορμί της, χωρίς να ξέρει πώς να την ξυπνήσει σιγά-σιγά. Όσο για τη δική της προσωπικότητα, το χαρακτήρα της, τις επιθυμίες της, είναι τόσο άγνωστα στο Δίωνα όσο σε μένα ένα μουσικό όργανο. Αποτέλεσμα; Κακοφωνία. 

Ρόδης Ρούφος, Χρονικο μιας Σταυροφοριας, απόσπασμα πρώτο

Η συγκίνηση του Στέφανου δεν εκδηλωνόταν ποτέ λυρικά και δεν εξωτερικευόταν σε ταραχή όταν τη συναντούσε. Για τέτοια πράγματα ήταν πολύ αυτοκυριαρχημένος και κατεχόταν από υπερβολικό φόβο του γελοίου, αντίθετα με τους περισσότερους συνομηλίκους του. Σ' όλα ήσυχος, χωρίς βία, κατόρθωσε να κατασκευάσει με τη Λένα μια στέρεη βάση φιλικής εμπιστοσύνης και να 'χει πάντα στη διάθεσή της μιαν ατμόσφαιρα σκιερής γαλήνιας χαλάρωσης, όπου αυτή κατέφευγε μ' ευγνωμοσύνη κάθε φορά που την κούραζε ο εντατικός ρυθμός των άλλων. Με τον Δίωνα, τον Μάρκο και τον Ρένο έπρεπε να καταβάλλει αδιάκοπη προσπάθεια για να παρακολουθεί πυροτεχνήματα θεωριών και προσωπικών αντιλογιών και ν' απαντάει, γιατί η ιδέα που 'χε για τον εαυτό της (precieuse qui tient salon, είχε πει ο Μάρκος χωρίς κακία) δεν της επέτρεπε να παίζει το συνηθέστερο θηλυκό ρόλο γάτας που ακούει και χαιδεύεται. Στον Στέφανο αντίθετα, έβρισκε όποτε ήθελε, σιωπή ή βουβό θαυμασμό. Μ' αυτόν κάθε λέξη και κίνηση αποχτούσαν σημασία [...] Ο κόσμος του Στέφανου ήταν τόσο στέρεος από θέληση -κι ίσως έλλειψη φαντασίας- ώστε ο ερχομός της γυναίκας, όπως και το χάσιμό της, να μην μπορεί να τον αλλάξει. Οι εξισώσεις, η αντίστιξη, τα καλοκομμένα ρούχα και οι τρόποι, ο κοσμοθεωρητικός προσανατολισμός, όσος υπήρχε, αυτά ήταν για πάντα εκεί, απρόσβλητα σαν ακατοίκητοι χώροι άλλου πλανήτη. Η Λένα ήταν μια ξεγλυστρημένη ηλιαχτίδα, ένα πρόσχαρο φως που δυνάμωνε το νόημά τους κι έδειχνε τις σιωπηλές ομορφιές τους. 
Για τη Λένα, ο Στέφανος ήταν ένας αρκτικός περίπατος μ' ευχάριστες εκπλήξεις (ηφαίστεια δεν υπήρχαν, ή είχαν ξοδευτεί πριν από πολλά χρόνια). Ήταν ένα πείραμα σιγής και συγκέντρωσης πέρα από τους πειρασμούς της αγοράς των σοφιστών, πέρ' από τις περιπέτειες της καθημερινής φιλαρέσκειας. Ένας περίπατος, που ήρθε πολύ νωρίς, λίγο πριν ανατείλει στην άλλη όχθη ο μεγάλος εκτυφλωτικός ήλιος και πλησιάσουν μαζί του τα σκοτάδια που έκαναν, κι αυτά, το στερεό σεληνιακό τοπίο με το μισόφωτό του να φαίνεται φτωχό σε ζωή.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Active Member, Τι άλλο φοβάσαι...http://www.youtube.com/watch?v=A6xigEvUsLs

Τι άλλο φοβάσαι
Κάποτε σ' είδα στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου,
στο καιρό του τρόμου και του αλλόκοτου φόβου,
να διπλώνεσαι, ν' ανησυχείς και να τρομάζεις
και πριν καλάρουν οι μέρες το σκασμό να βγάζεις.
Να μια απ' τα ίδια -- ίδιοι δρόμοι -- ίδιοι κύκλοι•
γαβγίζουν οι άνθρωποι -- σκιάζονται οι σκύλοι,
θρηνούν μανάδες, και πού να ξαποστάσεις
όταν στη μνήμη σου μακραίνουν οι αποστάσεις.
Έτσι σκηνοθετούν το σήμερα άκριτοι κοσμοκράτορες,
βαρέθηκα τα έγκυρα - είναι όλοι προβοκάτορες
που πιάνονται απ' τον φόβο σου και φτιάχνουν ιστορίες
κι ενάντια στους άπιστους στήνουν σταυροφορίες
από χορτασμένους με το ίδιο ήθος και παράστημα
που θα εξοντώνουν όσα τους μοιάζουν άσχημα.
Έτσι κι εγώ αφού σκιάζεσαι ξανά σε φτύνω.
Ψάχνω, λοιπόν, ό,τι φοβάσαι για να γίνω...
Γίνομαι τάφος αντάρτη στο Ιράκ και μοιρολόι στη Παλαιστίνη,
τυφλός στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη•
πεινασμένος ιθαγενής στο Μεξικό,
χίλιες επεξηγήσεις για το φόβο σου στο λεξικό,
μοναχός στο Θιβέτ -- κι aboriginal στην Αυστραλία,
τζαμί καμένο από φασίστες στην Ιταλία•
εθελοντής γιατρός απ' την Αβάνα
και παιδί στην Τεχεράνη απ' ανύπαντρη μάνα•
νεκρός κι άταφος δάσκαλος στη Σομαλία,
κυνηγημένος τούρκος συγγραφέας στη Γαλλία,
εργάτης στα πετρέλαια στη Βενεζουέλα
και στο Μπέλφαστ μια ματωμένη φανέλα•
βραζιλιάνος με 8 σφαίρες στο κεφάλι στο Λονδίνο
- τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω.
Εγώ που κάνω όνειρα κι έχω πολλά ωραία να χάσω
κάνω και την αρχή -- δε γουστάρω να ησυχάσω.
Τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω
κι ας έχω τόσα πολλά κι ωραία να χάσω.
Κι ούτε στιγμή μη ρωτάς τι θα απογίνω,
μου φτάνει που δε γουστάρω να ησυχάσω
(που είμαι εδώ και θέλω τη βολή σου να χαλάσω -- πες μου, τι άλλο φοβάσαι)
Θα γίνω χρήστης που παλεύει για τη σωτηρία,
διψασμένος πρόσφυγας από τη Νιγηρία,
σαρίκι τυλιγμένο σε περήφανο κεφάλι
και μασάτι από αφρικάνικο ατσάλι.
Σφαγμένο θηλυκό απ' τους γονείς του στην Κίνα
κι ορφανό σε φαβέλα που πεθαίνει απ' την πείνα.
Τι άλλο φοβάσαι πες μου και θα γίνω...
Αλγερινός που ξημερώνεται σε γαλλικά λιμάνια
και μάτια που κοιτούν από πασαμοντάνια•
τούρκος αναλφάβητος που ζει στο Γκάζι
και μορφωμένος Αλβανός που σε τρομάζει•
στο τοίχος της ντροπής stencil απ' τον Banksy
κι ο εφιάλτης σου πριν να χαράξει.
Πες μου, τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω...

Εδώ ψυχιατρείο, εδώ ψυχιατρείο...

Πρέπει να ήμουν 9 ή 10, όταν η μάνα μου αποφάσισε να με πάρει στο γυμνάσιό της, να παρακολουθήσω τη γιορτή για το Πολυτεχνείο. Δεν ξέρω αν πρέπει να χειροκροτήσω ή να καταραστώ τους καθηγητές που είχαν στήσει ένα πανδαιμόνιο ήχων και εικόνων μέσα σε μια ανήλιαγη, πνιγηρή αίθουσα, που πολλαπλασίαζε την υποβλητική ατμόσφαιρα. Το σοκ της ζωης μου...Ακομα δε μπορώ να το προσδιορίσω, αλλά μάλλον ο καταιγισμός από ασπρόμαυρες εικόνες, τα τραγούδια που μιλούσαν για έναν "χάρο που εροβόλαγε" (γαμωτο δηλαδη...) και η βραχνή φωνή ενός άγνωστου τύπου (που κάποτε θα τον κέρναγα μπύρες στα Εξάρχεια) να σφαδάζει μπροστά στα τανκς, το μούγκρισμα της ερπύστριας (τι το θέλατε ρε παιδιά το ηχητικό ντοκουμέντο...) επέδρασαν συντριπτικά μέσα μου. Αυτό ήταν. Όχι να συμμετάσχω σε σχολική γιορτή, όχι να ακούσω Θεοδωράκη, όχι να διαβάσω απ' το αναγνωστικό τα επετειακά κείμενα, όχι να βλέπω το κεφάλι (καλά, αυτό ήταν η απόλυτη φρίκη), αλλά έφτασα να ρωτάω την μάνα μου "αν εκείνη την εποχή βλέπαν ασπρόμαυρα οι άνθρωποι"...

Και τι κάνει -φυσικά- ένα ευαίσθητο, ψιλοπροβληματικό μικρό παιδί που δεν αντέχει κάτι και νιώθει αδύναμο μπροστά του; Ασχολείται με αυτό ΟΣΟ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ (αργότερα θα το έπαιζα με αληθινές σφαίρες το άθλημα...). Όσο πονούσε το στομάχι μου, τόσο πιο πεισματικά προσπαθούσα να μάθω για το θέμα (μαλάκας από μικρός...). Με θυμάμαι στο εξοχικό μιας φίλης στη Νεάπολη να προσπαθώ να κοιμηθώ και να μη μπορώ γιατί σε απόσταση πέντε μέτρων, υπήρχε στο κομοδίνο ο Ταχυδρόμος του 2003 με το άρθρο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη (που κάποτε θα τον κέρναγα μπύρες στου Ψυρρή) για τους νεκρούς (ρε παιδιά...). Το πράγμα άρχισε να με ανησυχεί σε σημείο υποψίας κλινικής ασθένειας, όταν μέχρι και το πανεπιστήμιο (yes), είχα ταχυπαλμίες σε κάθε επέτειο, δεν άντεχα να βλέπω ούτε την τηλεόραση. Οι ίδιες εικόνες που με κυνηγούσαν από μικρό παιδί, συνέχιζαν να με στοιχειώνουν. Σφαίρες να σκοτώνουν κόσμο, κορίτσια να τσιρίζουν, σειρήνες ασθενοφόρου κι ένα άρμα μάχης να με κυνηγάει στο σκοτεινό διάδρομο του γυμνασίου μου (ΠΩΣ ΔΙΑΟΛΟ ανέβηκε το ΑΜΧ 30 στον δεύτερο όροφο;;;;;) συγκολλημένα με ένα σπαρακτικό "αδέλφια μας στρατιώτες" και θολές ασπρόμαυρες φωτογραφίες με μουσάτους και μαλλιάδες, που θα μπορούσε να είναι συμφοιτητές μου αλλά δεν είναι (γιατί τους πάτησε το άρμα προφανώς!). 

Ψυχραιμία. Πρέπει να το ξεπεράσεις. Και για να το ξεπεράσεις, θα παίξεις και το τελευταίο σου χαρτί: ΘΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟ! NAI! Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ. Θα διαβάσεις ΤΑ ΠΑΝΤΑ, θα κοιτάξεις με μεγενθυτικό φακό ΚΑΘΕ φωτογραφία, θ ακούσεις στο replay ΟΛΑ τα ηχητικά ντοκουμέντα και θα μιλήσεις με ΟΛΟΥΣ μα ΟΛΟΥΣ τους συμμετέχοντες διψώντας για εικόνες και αφηγήσεις. Δεν θα σε σκοτώσει αυτό, εσύ θα το ξορκίσεις...Ξεκινάμε...

Δεινόν προς κέντραν λακτίζεις, ενίοτε νικηφόρον...Σήμερα, πάω στο τότε Υπουργείο Δημοσίας Τάξης, αράζω στην ταράτσα και κοιτάω σχεδόν ευτυχισμένος το πεδίο βολής των ελεύθερων σκοπευτών εκείνης της νύχτας, βλεπω σφαίρες των 45χλστ. που οι χτεσινοί τραυματίες είχαν φτιάξει σε  μενταγιόν και πίνω καφέ -μεταξύ πολλών άλλων- και με τον τύπο που έβλεπα στο πλάνο να τσακίζει την πύλη σαν επικεφαλής του τανκ και να στοιχειώνει τα όνειρά μου. Απ' το Πολυτεχνείο περνάω κάθε μέρα, θέλω να δω κάθε γωνία του. Σε κάθε επέτειο περνάω ώρες μέσα στο κτίριο, ξαναδιαβάζω, ξαναρωτάω, ξαναμαναδιαβάζω και τελικά στενοχωριέμαι που δεν έχουμε περισσότερα πλάνα, περισσότερους ήχους, περισσότερες φωτογραφίες. Με λένε Ιάσονα και είμαι πάρα μα πάρα πολύ καλά... 

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Converted...

Οταν εβαλα το πρωτο μου γκολ (γιατι εγινε κι αυτο καποτε) δεν πανηγυρισα. Απλως χαρηκα που εκανα κατι που οι αλλοι το θεωρησαν σημαντικο.
Οταν μπηκα στο πανεπιστημιο δεν πανηγυρισα. Φορεσα απλως το ενδυμα της απλης ικανοποιησης.
Οταν πηρα το πτυχιο μου δεν πανηγυρισα. Απλως καθρεφτιστηκα στα συγκινημενα ματια των ανθρωπων μου.
Οταν καταλαβα πως με ερωτευτηκες δεν πανηγυρισα. Δεν το ειδα σαν νικη αλλα σαν τη ζωη που περιμενα να ερθει.
Οταν τελειωσα τη διπλωματικη δεν πανηγυρισα. Εβαλα απλως ν ακουσω Edith και εκλεισα τα ματια χαμογελωντας
Οταν εβγαζα τονους δουλειας δεν πανηγυρισα. Σκεφτομουν πως εχανα κατι αλλο, σημαντικοτερο ισως, εκει εξω.
Οταν ειδα το λογαριασμο μου στην τραπεζα δεν πανηγυρισα. Χαρηκα μονο που θα ειχα να πληρωνω τα τσιγαρα.



Θαυμαζω την φωτογραφια του.
κραυγη χαρας,
ο θριαμβος της νικης ενος αθλητη
στην κοψη του ξυραφιου η απεραντη ευτυχια κι ο απολυτος πονος
κραδασμος ηδονης
δονηση μιας ψυχης που αγωνιστηκε, πονεσε και τερματισε δικαια πρωτη
η φωνη του ανθρωπου που εχει τις αισθησεις του ανοιχτες και παραγει ηχους αντι να τους συσσωρευει.Φωναζει για να ακουστει
πανω απ τους αλλους
πανω απ την τρελα
πανω απ τον καματο
πανω απ το τελος
το ζηλευω. Δεν το ξερω και μου λειπει.

Δεν χαιρομαι αρκετα τη νικη, ενω βιωνω εντονα την αποτυχια.
Η νικη εκχεεται, η ηττα εγγραφεται
σε μενα μπλοκαρε το συστημα ροης.
Κι οταν το συστημα μπλοκαρει
(κι αν εισαι τυχερος και δεν ειναι πολυ αργα) πρεπει να αποφασισεις τι εισαι ή τι θα γινεις:
Πολεμιστης ή ανιαρος παλμογραφος?

Λάζαρος Λεών, Σημεία και Τέρατα

Είναι οι λέξεις παγίδες
και η εμπνευση αμαρτια
παλι με οδηγει σε συγκινησεις αλλοκοσμες
Παλι το τερας που ονομαζεται ψυχη βρυχάται μέσα μου
Θελει να βγει
να σουλατσαρει σ αυτες τις λευκες πουτανες τις κολλες
Του δινω βημα, μα ενα την καθε φορα
βλεπεις φοβαμαι να το λευτερωσω αποτομα
και να το αφησω καταπανω σας
Δεν φοβαμαι μην το πειραξετε, που στην τελικη αυτο θα κανετε
Θα προσπαθησετε να το βιασετε!
Φοβαμαι μην τρελαθειτε
γιατι ειστε πολυ καθωσπρεπει για να βιωσετε τον βουρκο
κι ο βουρκος πολυ αγνος για σας...

Οδυσσέας Λαρίζ, Άτιτλο 6

Μην παραβλεπετε την θαλασσα
Μην υποτιματε τη σκονη και το αλατι πανω στο πετο σας
Μην αφαιρεθειτε και πειτε πως ζειτε
Προς Θεου μη νομιζετε οτι την ζωη σας θα την βρειτε Στον ή Μετά τον Θανατο
Μην ξεσυνεριζεστε τα προφυλακτικα
βγηκαν για το αναγκαιο, εξειδικευμενο και αμεσα φοβου δεσμου
Εγώ σας...
Μην πεις πως τον κοροιδεψες
γιατι θα γελανε μαζι σου ολα τα τραγουδια που τον εψαχναν.
Μην πεις ουτε καν οτι την βρηκες χωρις να πονεσεις λιγο
Μη δεις φωτογραφιες
Μην βαλεις τον εαυτο σου στο ηδονικο κρεβατι του ενοχου.
Η ενοχη πλάστηκε απο εναν κολλητο για να μας "φτιαχνει"
Τον φωναζαν Σατανα
αλλα δεν πιστεψα ουτε στιγμη πως ηταν το πραγματικο του ονομα
Πώς αλλωστε;
Αφου ειχε κουδουνι και διαμερισμα
με ευγλωττα περουσιακα στοιχεια
και εναν πανθηρα στο σαλονι του.

Στεγνωσε το στομα μου απ την μπουρουχα του Ονειρου
Ξεχασα και να προσευχηθω για Νερο.
Ειναι που με πονανε τα γονατα απ την Πτηση
και το Μαυρο του Ουρανου
που νομιζα οτι ηταν ο Μονος που ελεγε Αληθεια
αλλα τελικα Αυτος ηταν το μεγαλυτερο Ψεμα
Μεγαλυτερο κι απο μενα...
"Πώς θα γινότανε -θα μου πεις- τρελε;
Εσύ εισαι τόσος δα
και αυτός άπειρος...".
Κι εγώ θα σου πω:
"Μην με ξαναπεις τρελο".

Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα ΙΣΤ

Στη σφενδονη, παλι στη σφενδονη, στη σφενδονη
ποσοι γυροι, ποσοι αιματινοι κυκλοι, ποσες μαυρες
σειρες. Οι ανθρωποι που με κοιταζουν,
που με κοιταζαν οταν πανω στο αρμα
σηκωσα το χερι λαμπρος κι αλαλαξαν

Οι αφροι των αλογων με χτυπουν, τ αλογα ποτε θ αποστασουν;
Τριζει ο αξονας, πυρωνει ο αξονας, ποτε ο αξονας θ αναψει;
Ποτε θα σπασουν τα λουρια, ποτε τα πεταλα
θα πατησουν μ ολο το πλατος πανω στο χωμα
πανω στο μαλακο χορταρι, μεσα στις παπαρουνες οπου
την ανοιξη μαζεψες μια μαργαριτα.
Ηταν ωραια τα ματια σου μα δεν ηξερες που να κοιταξεις
δεν ηξερα που να κοιταξω μητε κι εγω, χωρις πατριδα
εγω που μαχομαι εδω περα, ποσοι γυροι;
και νιωθω τα γονατα να λυγιζουν πανω στον αξονα
πανω στις ροδες πανω στον αγριο στιβο,
τα γονατα λυγιζουν ευκολα οταν το θελουν οι θεοι,
κανεις δε μπορει να ξεφυγει, τι να την κανεις τη δυναμη,
δε μπορεις
να ξεφυγεις τη θαλασσα που σε λικνισε και που γυρευεις
τουτη την ωρα της αμαχης, μεσα στην αλογισια ανασα,
με τα καλαμια που τραγουδουσαν το φθινοπωρο σε τροπο λυδικο,
τη θαλασσα που δε μπορεις να βρεις οσο κι αν τρεχεις
οσο κι αν γυριζεις μπροστα στις μαυρες Ευμενιδες που
βαριουνται,
χωρις συγχωρεση

"Ω, κόρη της Σιών..."



H Παλαιστίνη είναι μια συναρπαστική χώρα/χώρος. Για τους απέξω τουλάχιστον. Στα μήκη και τα πλάτη της γης σπάνια θα συναντήσει κανείς τέτοια σύνολα ανομοιογενειών συγκολλημένα μόνο και μόνο από ένα αρχέγονο (και όχι αρχαίο) πάθος για έναν τόπο, που μεταξύ μας δεν είναι κι ο πιο εύφορος. Οι άντρες θα παρατηρήσουν την ποικιλομορφία στα θηλυκά: από χάλκινα δέρματα και κατάμαυρα μάτια μέχρι κατάξανθες και κοκκινομάλλες φακιδομύτες που δε μπορεί να έχουν γεννηθεί εκτός Νορβηγίας...ταν μετά από μόλις 2 ώρες πτήσης το αεροπλάνο φτάνει στη χώρα του περιούσιου λαού, δε νιώθεις πως απομακρύνεσαι από την Ευρώπη. Το Τελ-Αβίβ είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη με εμπορικά κέντρα, ένα υπερσύγχρονο αεροδρόμιο, ξενοδοχεία-ουρανοξύστες που τα γλύφει το κύμα της Μεσογείου. Η καθετότητα των λεωφόρων μου θυμίζει τη Θεσσαλονίκη, όπως φαντάζομαι και στους χιλιάδες Έλληνες Εβραίους που έφτασαν εδώ κυνηγημένοι πριν από 65 χρόνια και επέλεξαν να εγκατασταθούν εδώ. Ο ταξιτζής που μας πηγαινόφερνε είχε ρίζες στην Θεσσαλονίκη, άκουγε Γλυκερία στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. 




Το Τελ-Αβίβ είναι μια σφύζουσα, σύγχρονη μεγαλούπολη-παραλιακό θέρετρο που χάνει τον τίτλο της πρωτεύουσας μόνο επειδή στα ίδια εδάφη υπάρχει η μαγική Ιερουσαλήμ. Η Κόρη της Σιών. Αλ Κουτς για τους μουσουλμάνους, Ιεροσόλυμα για τους ελληνορθόδοξους, Γιερουσαλάιμ για τους ραββίνους. Λέξη μαγική που μαγνητίζει ένα πολύχρωμο ετερόφωνο, ετερόδοξο αλλά όχι ετεροκατευθυνόμενο πλήθος χιλιάδων τα Σάββατα στο τείχος των Δακρύων, τις Παρασκευές στο τέμενος του Αλ-Ακσά που πάτησε ο Προφήτης (το τρίτο πιο ιερό μέρος του Ισλάμ), τις Κυριακές στους ευκτήριους οίκους που φιλοξενούν κάθε απόχρωση του χριστιανισμού, από Φραγκισκανούς μέχρι Αδελφές του Ελέους. Η Intra muros Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ δεν είναι ιστορική πόλη. Είναι η ίδια η ιστορία. Όλοι οι επίγονοι των μεγάλων πνευματικών κληροδοτημάτων της Μεσογείου παρελαύνουν ανάμεσα σε χάσκοντες τουρίστες που μοιραία χάνονται στο λαβύρινθο από δρομάκια, πηγμένα στις μυρωδιές των μπαχαρικών και μικρούς Άραβες που παίζουν ξυπόλητοι ανάμεσα σε Ισραηλινούς στρατιώτες, άραβες οδοκαθαριστές και ευλαβικούς βηματιστές της Via Dolorosa. Είναι σα να μην έχει περάσει μέρα από τα τείχη των Σταυροφόρων, τις επισκευές του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στην Πύλη της Δαμασκού που βλέπει στην αραβική αγορά της πόλης. Οι τρύπες από τις σφαίρες των μαχών του 1967 στην Πύλη του Δαβίδ είναι τόσες πολλές που νομίζεις ότι τίποτα δεν συγκρατεί τον τοίχο εκτός από τις δεήσεις των Χασσιντίμ. Η Παλιά Πόλη είναι μια θεατρική πρόβα της παγκόσμιας φαντασίωσης για ειρήνη και συνύπαρξη. Ονείρωξης καλύτερα.


Τα Σάββατα δεν υπάρχουν και πολλά να κάνεις σ αυτή τη νεκρή πόλη (δε μπορείς να μαγειρέψεις, να οδηγήσεις, να ανάψεις το φως κλπ κλπ) οπότε το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να πάρεις έναν Ισραηλινό άραβα ταξιτζή -τα ειδικά ταξί με τις κίτρινες πινακίδες που πηγαινοέρχονται ελεύθερα στα κατεχόμενα- για να σε οδηγήσει στην πίσω όψη της δημιουργίας με ένα λογικό χρηματικό διακανονισμό. Αν είσαι ευαίσθητος, την πάτησες. Αν πας νότια, σε πέντε λεπτά είσαι στη Βηθλεέμ. Αν πας βόρεια, σε 20 λεπτά είσαι στη Ραμάλα. Εικόνες μιας παραδοσιακής αραβικής χώρας, σκηνικά ισλαμικής ευσέβειας, φτώχειας, εγκατάλειψης, αδιαφορίας για αυτονόητα αγαθά όπως η δημόσια υγιεινή, πάθους και φανατισμού. Ο Αραφάτ είναι πανταχού παρών εδώ, από το μαυσωλείο του (mukataa)...


...μέχρι τα γκράφιτι και τις αφίσες στο τείχος της Ντροπής. Παρών και ο πνευματικός ηγέτης της Χαμάς, ο Σεΐχης Γιασίν. Τον θυμάστε; Εκείνος ο συμπαθητικός γεράκος στο αναπηρικό καροτσάκι που έμοιαζε στον Κρίστοφερ Λη και εξαυλώθηκε από ισραηλινό πύραυλο σε ένα από τα γνωστά χειρουργικά χτυπήματα της Τζαχάλ. Η αποθέωση των νεομαρτύρων του Ισλάμ είναι κοινός τόπος. Σε όλα τα καταστήματα είναι αναρτημένες φωτογραφίες, όπως ακριβώς σε μας με τους ποδοσφαιριστές.  Οι φωτογραφίες-πορτρέτα νεαρών με βουστροφηδόν ακατάληπτα αραβουργήματα και το τέμενος του Αλ-Ακσα από κάτω ανήκουν προφανώς σε μάρτυρες της Ιντιφάντα. 


Η συλλογική μνήμη του διαρκούς και ακήρυχτου πολέμου μοιάζει ωστόσο να ξεθωριάζει μπροστά στην ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Οι Εβραίοι δε μπορούν να έρθουν εδώ. Η απόσταση ανάμεσα στο Γκιλό (τα νότια προάστια της Ιερουσαλήμ) και τη Βηθλεέμ (παλαιστινιακό έδαφος) είναι περίπου πέντε λεπτά. Κι όμως οι Εβραίοι δε μπορούν να περάσουν πίσω από το τείχος. Και τους βολεύει αυτο γιατί έτσι κι αλλιώς δεν θέλουν να ξέρουν. Δεν θέλουν να δουν τα πρόσωπα αυτών που έβαζαν με όλμους μέσα στη συνοικία κατά τη δεύτερη Ιντιφάντα. 
Η Σάρα Φόρτη είναι μια ελληνοεβραία 83 χρονών που ζει στο Ραμάτ Αταγιασίμ, μια εργατική συνοικία του Τελ-Αβίβ. Λατρεύει αυτή τη χώρα αν και γεννήθηκε αλλού –όχι πολύ διαφορετικα–, σε μια επαρχιακή πόλη της Μεσογείου, λίγα χρόνια πριν το Μεγάλο Πόλεμο. Τις φωτογραφίες από το κυνηγητό και το αντάρτικο της Εύβοιας διαδέχονται αυτές των ζημιών που άφησε ένας πύραυλος Σκουντ το 1991 στο σπίτι της. Όλη η πρόσοψη κατέρρευσε κι η ίδια σώθηκε σαν από θαύμα για να διηγείται μέχρι σήμερα στους επισκέπτες της πως η φωτογραφία του μακαρίτη πια άντρα της έμεινε όρθια στο κομοδίνο. Οι "αραπάδες" είναι ένας εχθρός ύπουλος, άρα και πιο αδίστακτους από τους σατανικούς αλλά ειλικρινείς στο θανατικό, Γερμανούς. Πως να τους αντιμετωπίσεις;..... 


Οι Παλαιστίνιοι όμως ξέρουν τα πρόσωπα των πολιορκητών της Ραμάλα και της Γάζας. Χιλιάδες δουλεύουν στο Ισραήλ (πολλοί από αυτούς σε δουλειές αρκετά "δεύτερες") και κάθε μέρα υφίστανται στα διόδια που χωρίζουν τους δύο κόσμους μια ταλαιπωρία που κάνει την κίνηση στην Κατεχάκη να αυτοπυρπολείται με κεροζίνη από ντροπή. Κανονικός έλεγχος διαβατηρίων. Άλλο κράτος. Αλλος κόσμος. Το προηγούμενο βράδυ ήμουν στο Μπατ-Γιαμ, ένα παραθαλάσσιο θέρετρο έξω από το Τελ-Αβίβ. Για νεαρούς Ισραηλινούς σέρφερ και Ρώσους. Ναι, Ρώσοι. Πάρα πολλοι Ρώσοι παιδιά! Κάπου 1.5 εκατομμύριο. Τόσοι ρωσοεβραίοι ήρθαν όταν έπεσε η ΕΣΣΔ, δίνοντας αρκετό ξανθό/βόρειο χρώμα σε μια μεσανατολική χώρα και την τρίτη επίσημη γλώσσα του κράτους (ναι!) Ο Γκιλάντ Μαγκέν είναι ένα εβραιόπουλο μόλις 4.5 ετών κι έχει ένα αδελφάκι, τον Ροϋ που είναι 1,5 (στην φωτο με τον blogger). 


Μια μέρα πριν φύγουμε, ο Γκιλάντ ρώτησε τη μαμά του που είναι η Ραμάλα και τι είναι οι Παλαιστίνιοι. Χάρη στους γονείς του που ξέρουν πως εκτός από τη Βίβλο, υπάρχουν κι άλλα βιβλία, ο Γκιλάντ θα έχει την τύχη να πάει σε ένα από τα 4 μικτά (αραβοϊσραηλινά) σχολεία της χώρας για να μάθει τις αρετές της ειρήνης και της συνύπαρξης. Οι περισσότεροι συμπατριώτες του ένθεν και ένθεν του τείχους του Αίσχους δεν θα έχουν την ίδια ευκαιρία. Θα επιλέξουν να βυθίζονται μέσα στις εύκολες αλήθειες του σαγηνευτικού τους μονοθεισμού και πολύ πιθανόν να σκοτωθούν και να σκοτώσουν σε μια ακόμα Ιντιφάντα. Φέτος; του χρόνου; Χτες; Ποιος ξέρει....