Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Κατώφλι, μήνας έβδομος

Όταν συνήλθα από τον θανατηφόρο πυρετό της, ήταν Σεπτέμβρης. Κοίταξα γύρω μου, τα σεντόνια κολυμπούσαν στο αίμα. Μια φωνή μέσα μου ρέκαζε "σήκω παλικάρι μου, να χαρείς, σήκω. Πρέπει να ζήσουμε...Πρέπει...". Πλύθηκα, ντύθηκα, ξυρίστηκα και περίμενα. Κάθε βράδυ επιστρέφω σπίτι πιο μορφωμένος και πιο δυνατός. Οι μεγάλες ιστορίες είναι πίσω μας. Τώρα οι άλλοι κρατούν σημειώσεις για μένα, με παρατηρούν, μου παίρνουν τη θερμοκρασία. Αλαζονεία. Επαρκής και αναγκαία συνθήκη για την νυχτερινή εγχείρηση. Έκοβα λίγο-λίγο το μυαλό μου σε κομμάτια, τα λιάνιζα στο γουδί, τα έλιωνα και τα έπινα μονορούφι. Όταν είσαι σκοτάδι, τους αλλάζεις τα φώτα -με παρηγορώ και γελάω χαιρέκακα. Σκοτώνω τις αναμνήσεις και τις μουσικές, μία προς μία. Το αίμα τους που χύνεται, πάει στους υπονόμους, δεν με παίρνει να το λυπηθώ. Η μνήμη δεν αξιώθηκε πατρίδα. Κρατάω μοναχά μια ανάμνηση στην τσέπη. Είχα κάποτε αποκαλέσει το επίχρισμα άδεια σκουριά. Και με διόρθωσε: Άγια.
(Σε διαβάζουν. Και μετά σε πετάνε στα σκουπίδια, σαν κοινή εφημερίδα. Η μοίρα σου γραφικέ. Δέξου τη).
  

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Συνοροπόνος

Αντί να μεγαλώνεις, μικραίνεις.
Κάθε μέρα το πρόσωπό σου πλησιάζει το μικρό κορίτσι που όλο και μ' αρέσει. Αυτό που θα διάλεγα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα και τότε και τώρα. Με ξεπερνάει όλο αυτό, κυρίως γιατί με μπερδεύει. Δεν έχω έναρξη, δεν έχω χρονικό terminus, δεν θυμάμαι πότε άρχισα να παρατηρώ τα δάχτυλά σου, πότε άρχισα να κοιτάζω πιο κάτω από το λαιμό σου. Δεν θυμάμαι πότε με επισκέφθηκες πρώτη φορά με τη μορφή αυτής της φευγαλέας σκέψης που μας παραδίδει στον ύπνο. Γιατί δε θυμάμαι; Ίσως επειδή έχουμε παρακολουθήσει ο ένας τον άλλον να εξελίσσεται, πάνε κάμποσα χρόνια -αλήθεια. Με έχεις γνωρίσει από αγόρι, μόλις που μπουσούλαγα.
Φαίνεται πως μόνο πρόσφατα άρχισα να εκπέμπω.
Φαίνεται πως μόνο πρόσφατα άρχισες να εκπέμπεις κι εσύ. Ίσως πάλι να ΄ναι ο χρόνος ο κανονικός, που μας χαράζει σχισμές για να υποδεχόμαστε το φως, τον ήχο και το ρεύμα. Χωρίς να μας ρωτήσει. 
Χρησιμοποιώ δεύτερο ενικό, το πρόσεξες; Δε το συνηθίζω...
Έχω μια ισχυρή αίσθηση ενός συνόρου μαζί σου. Σαν αλληγορία: Λίγα σκαλιά χωρίζουν το πολύβουο προφανές μιας διασκεδαστικής έκθεσης ανθρώπων και ιστοριών από το σιωπηλό, μυστηριώδες αφανές ενός υπερυψωμένου χώρου, μακριά από τα πολλά βλέμματα. Είναι το σταθερό και απαρασάλευτο φόντο μιας σκηνοθετημένης παράστασης, μιας ροκ συναυλίας. Κι εσύ ο σταθερός ρυθμός των ντραμς, η συνοχή του συνόλου. Οι υπόλοιποι μπορεί και να καταρρεύσουν στη σκηνή από την υπερπροσπάθεια, εσύ όμως έχεις σταθερή ροή ενέργειας, δεν την σπαταλάς. Ο έρωτας μου θα πρέπει να ντυθεί τη στολή του θράσους. Όπλο για να επιχειρήσω να επιβάλλω τον εαυτό μου, να αποσταθεροποιήσω αυτή τη συμπαντική ισορροπία, να σου ταράξει τους κύκλους και τα χαρτιά σου. Πολλά θα ήθελα να πω. Κι ακόμα περισσότερα να κάνω. Μα μόνη η ιδέα ότι θα ταράξω τα νερά της λίμνης σου, με κάνει να τρέμω.

Συμπάθα με που φλυαρώ, μα συνοροπονάω. Από τότε που άρχισα να σέρνω τα πόδια μου σ' αυτή τη γη, έστρεφα ικετευτικά κεφάλι, μάτια, στόμα και χέρια στις πιο "αόρατες" παρουσίες αυτού του κόσμου, τις σιωπηλές ροές, το σουέλ του ωκεανού. 
Κι ερωτεύομαι κορίτσια σιωπηλά και διακριτικά. 
Που προσηλώνονται στη δουλειά τους, με τη σημασία της συνεισφοράς τους αντιστρόφως ανάλογη της εξωτερίκευσής τους. 
Που καρφώνουν τα μάτια τους στο πάτωμα. 
Που το τσιγάρο στα χείλη δεν είναι πόζα αλλά στοχασμός. 
Που ρίχνουν το βλέμμα τους μακριά, σα δίχτυ ψαρέματος ονείρων.
Που νιώθουν. Με κάθε τους κύτταρο.
Που αφουγκράζονται.
Κι είναι πιο αδιάβατο σύνορο τα μάτια σου. Από κει και πέρα ξεκινάει το πυκνό σου ναρκοπέδιο. Δε με τρομάζει τίποτα εκτός από το βάθος σου. Εκεί σταματάω. Και είμαι απόλυτα τρομοκρατημένος. Tα αιώνια κι αλάνθαστα σημάδια που με κάνουν να ανησυχώ: Τρέμω, προσποιούμαι (αποτυχημένα),  ξαφνιάζομαι και γλυκαίνω. Από τα κόκκινα ίχνη  που σκορπίζεις στην καθημερινότητά μου.        

Ανοίγω τα ιερατικά μου βιβλία, τις εκδόσεις για λίγους. Καβαφική συνήθεια. Και με αναγνωρίζω σε τούτη την περικοπή: 
Αγγίζω σταθερά με τα γυμνά μου χέρια την κορνίζα του πορτραίτου σου 
Οι γωνίες μοναδικές αγκαλιές 
για τα δικά μας τα βαλτωμένα νιάτα 
που ποτέ κανείς δεν κατάλαβε
ποιος ο λόγος που στέκουνε μαρμαρωμένα
ασάλευτα, ακίνητα
Άλλοι το λένε σοκ, άλλοι κατάσταση πανικού
μήτε το ένα, μήτε το άλλο όμως είναι
Για το στόμα έμειναν μόνο από κείνες τις ξεφτιλισμένες λέξεις
που δυσλεκτικά κομμάτια σύνδεσης μπλόκαραν
ασχήμαιναν και φίμωναν
ένα σ' αγαπώ αληθινό.
Ένα σ' αγαπώ που το έκαμα κορνίζα
αγγίζοντάς το σταθερά με τα γυμνά μου χέρια

Αν πάθεις κάτι, θα σκοτωθώ. 

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Τάσος Μαγλαρίδης: Το ξεχασμένο θύμα ενός άγριου Νοέμβρη

Στις 28 Οκτωβρίου 1980, το παράρτημα της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) Νεάπολης Θεσσαλονίκης κλήθηκε από το Δήμο Νεάπολης να παραστεί επίσημα στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της εθνικής επετείου. Σύμφωνα με απόφαση του ΥΔΤ Αναστάσιου Μπάλκου, εκείνη την ωραία εποχή, δεν επιτρεπόταν οι σύλλογοι βετεράνων που πρόσκεινταν στο ΚΚΕ και οι οργανώσεις των εαμιτών αντιστασιακών να καταθέτουν στεφάνια. Την ώρα της παρέλασης και της κατάθεσης στεφάνου, μια ομάδα χωροφυλάκων απώθησε βίαια τα μέλη του παραρτήματος χτυπώντας τους με γκλόμπς, γροθιές και κλωτσιές. Ο παλιός Εαμίτης Τάσος Μαγλαρίδης, 76ετών, δέχτηκε ένα ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από τους χωροφύλακες και έμεινε αναίσθητος. Πέθανε στις 30 Νοεμβρίου στο νοσοκομείο, όπου είχε διακομιστεί, αφού πάλεψε 33 μέρες με τον θάνατο. 
Είχε εν τω μεταξύ μεσολαβήσει το μακελειό στην επέτειο του Πολυτεχνείου και η Συντονιστική Επιτροπή της ΠΕΑΕΑ-Θυμάτων Κατοχής εξέδωσε μια μακροσκελέστατη ανακοίνωση στην οποία μεταξύ άλλων ανέφεραν πως "στα πρόσφατα θύματα της πρόκλησης και των άγριων επιθέσεων εναντίον του λαού, ο οποίος γιόρταζε την επέτειο του Πολυτεχνείου -Σταματίνα Κανελλοπούλου και Ιάκωβο Κουμή- προστέθηκε ακόμα ένας νεκρός: ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Τάσος Μαγλαρίδης. Ένας ακόμα νεκρός προστέθηκε στο πάνθεον των ηρώων και μαρτύρων της Θεσσαλονίκης πλάι στο Ζεύγο, τον Νικηφορίδη, τον Λαμπράκη, τον Χαλκίδη και τον Τσαρουχά, που έβαψαν με το αίμα τους τη γη της συμπρωτεύουσας". 
Η αίσθηση της παντοδυναμίας των παρακρατικών ομάδων στην Θεσσαλονίκη επανήλθε στην επικαιρότητα, δυναμώνοντας παράλληλα και το αίτημα για αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Για τους ηλικιωμένους πια συναγωνιστές του, ο Τάσος Μαγλαρίδης ήταν ο τελευταίος νεκρός του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Και ο θάνατός του, θυσία στην υπηρεσία μιας ιερής υπόθεσης.