Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Συνοροπόνος

Αντί να μεγαλώνεις, μικραίνεις.
Κάθε μέρα το πρόσωπό σου πλησιάζει το μικρό κορίτσι που όλο και μ' αρέσει. Αυτό που θα διάλεγα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα και τότε και τώρα. Με ξεπερνάει όλο αυτό, κυρίως γιατί με μπερδεύει. Δεν έχω έναρξη, δεν έχω χρονικό terminus, δεν θυμάμαι πότε άρχισα να παρατηρώ τα δάχτυλά σου, πότε άρχισα να κοιτάζω πιο κάτω από το λαιμό σου. Δεν θυμάμαι πότε με επισκέφθηκες πρώτη φορά με τη μορφή αυτής της φευγαλέας σκέψης που μας παραδίδει στον ύπνο. Γιατί δε θυμάμαι; Ίσως επειδή έχουμε παρακολουθήσει ο ένας τον άλλον να εξελίσσεται, πάνε κάμποσα χρόνια -αλήθεια. Με έχεις γνωρίσει από αγόρι, μόλις που μπουσούλαγα.
Φαίνεται πως μόνο πρόσφατα άρχισα να εκπέμπω.
Φαίνεται πως μόνο πρόσφατα άρχισες να εκπέμπεις κι εσύ. Ίσως πάλι να ΄ναι ο χρόνος ο κανονικός, που μας χαράζει σχισμές για να υποδεχόμαστε το φως, τον ήχο και το ρεύμα. Χωρίς να μας ρωτήσει. 
Χρησιμοποιώ δεύτερο ενικό, το πρόσεξες; Δε το συνηθίζω...
Έχω μια ισχυρή αίσθηση ενός συνόρου μαζί σου. Σαν αλληγορία: Λίγα σκαλιά χωρίζουν το πολύβουο προφανές μιας διασκεδαστικής έκθεσης ανθρώπων και ιστοριών από το σιωπηλό, μυστηριώδες αφανές ενός υπερυψωμένου χώρου, μακριά από τα πολλά βλέμματα. Είναι το σταθερό και απαρασάλευτο φόντο μιας σκηνοθετημένης παράστασης, μιας ροκ συναυλίας. Κι εσύ ο σταθερός ρυθμός των ντραμς, η συνοχή του συνόλου. Οι υπόλοιποι μπορεί και να καταρρεύσουν στη σκηνή από την υπερπροσπάθεια, εσύ όμως έχεις σταθερή ροή ενέργειας, δεν την σπαταλάς. Ο έρωτας μου θα πρέπει να ντυθεί τη στολή του θράσους. Όπλο για να επιχειρήσω να επιβάλλω τον εαυτό μου, να αποσταθεροποιήσω αυτή τη συμπαντική ισορροπία, να σου ταράξει τους κύκλους και τα χαρτιά σου. Πολλά θα ήθελα να πω. Κι ακόμα περισσότερα να κάνω. Μα μόνη η ιδέα ότι θα ταράξω τα νερά της λίμνης σου, με κάνει να τρέμω.

Συμπάθα με που φλυαρώ, μα συνοροπονάω. Από τότε που άρχισα να σέρνω τα πόδια μου σ' αυτή τη γη, έστρεφα ικετευτικά κεφάλι, μάτια, στόμα και χέρια στις πιο "αόρατες" παρουσίες αυτού του κόσμου, τις σιωπηλές ροές, το σουέλ του ωκεανού. 
Κι ερωτεύομαι κορίτσια σιωπηλά και διακριτικά. 
Που προσηλώνονται στη δουλειά τους, με τη σημασία της συνεισφοράς τους αντιστρόφως ανάλογη της εξωτερίκευσής τους. 
Που καρφώνουν τα μάτια τους στο πάτωμα. 
Που το τσιγάρο στα χείλη δεν είναι πόζα αλλά στοχασμός. 
Που ρίχνουν το βλέμμα τους μακριά, σα δίχτυ ψαρέματος ονείρων.
Που νιώθουν. Με κάθε τους κύτταρο.
Που αφουγκράζονται.
Κι είναι πιο αδιάβατο σύνορο τα μάτια σου. Από κει και πέρα ξεκινάει το πυκνό σου ναρκοπέδιο. Δε με τρομάζει τίποτα εκτός από το βάθος σου. Εκεί σταματάω. Και είμαι απόλυτα τρομοκρατημένος. Tα αιώνια κι αλάνθαστα σημάδια που με κάνουν να ανησυχώ: Τρέμω, προσποιούμαι (αποτυχημένα),  ξαφνιάζομαι και γλυκαίνω. Από τα κόκκινα ίχνη  που σκορπίζεις στην καθημερινότητά μου.        

Ανοίγω τα ιερατικά μου βιβλία, τις εκδόσεις για λίγους. Καβαφική συνήθεια. Και με αναγνωρίζω σε τούτη την περικοπή: 
Αγγίζω σταθερά με τα γυμνά μου χέρια την κορνίζα του πορτραίτου σου 
Οι γωνίες μοναδικές αγκαλιές 
για τα δικά μας τα βαλτωμένα νιάτα 
που ποτέ κανείς δεν κατάλαβε
ποιος ο λόγος που στέκουνε μαρμαρωμένα
ασάλευτα, ακίνητα
Άλλοι το λένε σοκ, άλλοι κατάσταση πανικού
μήτε το ένα, μήτε το άλλο όμως είναι
Για το στόμα έμειναν μόνο από κείνες τις ξεφτιλισμένες λέξεις
που δυσλεκτικά κομμάτια σύνδεσης μπλόκαραν
ασχήμαιναν και φίμωναν
ένα σ' αγαπώ αληθινό.
Ένα σ' αγαπώ που το έκαμα κορνίζα
αγγίζοντάς το σταθερά με τα γυμνά μου χέρια

Αν πάθεις κάτι, θα σκοτωθώ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου