Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Δανάη Σ., "Γειά σου θεία..."

H Adrienne Rich και η θεία μου η Τασία πεθάναν με μια μέρα διαφορά την τελευταία βδομάδα.
Η πρώτη ήταν φεμινίστρια, αγωνίστρια στο κοινωνικό τερραίν και λαμπρή ποιήτρια.
Η θεία μου δεν ήξερε να γράφει ούτε το όνομά της.
και ήταν αυτό που λέμε μια ζωή θυσία, από αυτούς τους ανθρώπους που ανοίγουν το σπίτι τους και σου δίνουν και το βρακί τους και θάβουν γονείς, σύζυγο και μικρό γιο και συνεχίζουν όσο αντέχει το κορμί ώσπου να λιώσουν μέχρι το θάνατο να μεγαλώνουν μικρότερα και μεγαλύτερα αδέρφια, ανίψια, παιδιά, παιδιά των παιδιών τους κλπ, μιλάνε λίγα "ισπανικά" δλδ βωμολούν με τον οχτάχρονο ανιψιο ιάσονα γτ έχει πλάκα, και σε φιλάνε στα μαλλιά μη σε χαλάσουν, και ολα αυτα δουλεύοντας σε μαντριά,σε εργοστάσια, σε σκάλες και πηγαίνοντας με καρκίνο, διαλυμένα γόνατα και χωρίς συκώτι με τα πόδια από το σπίτι στο νεκροταφείο, στο Σωτήρη, το μικρό το γιο που έμενε μαζί της ("και δεν ντρεπόταν να με κυκλοφορεί, που μαι γρια,χοντρή και άσχημη, και έλεγε να η μανα μου, και με πηγαινε και στα λουτρα")
 κάθε μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Κι όμως, η Adrienne γράφει και για τη θεία μου και ίσως αν η θεία μου έγραφε να έγραφε όπως η Adrienne...




Adrienne Rich: For The Dead


I dreamed I called you on the telephone
to say: Be kinder to yourself
but you were sick and would not answer

The waste of my love goes on this way
trying to save you from yourself

I have always wondered about the left-over
energy, the way water goes rushing down a hill
long after the rains have stopped

or the fire you want to go to bed from
but cannot leave, burning-down but not burnt-down
the red coals more extreme, more curious
in their flashing and dying
than you wish they were
sitting long after midnight



“Aunt Jennifer’s Tigers”

Aunt Jennifer’s tigers prance across a screen,
Bright topaz denizens of a world of green.
They do not fear the men beneath the tree;
They pace in sleek chivalric certainty.

Aunt Jennifer’s finger fluttering through her wool
Find even the ivory needle hard to pull.
The massive weight of Uncle’s wedding band
Sits heavily upon Aunt Jennifer’s hand.

When Aunt is dead, her terrified hands will lie
Still ringed with ordeals she was mastered by.
The tigers in the panel that she made
Will go on prancing, proud and unafraid.



“In Those Years”

In those years, people will say, we lost track
of the meaning of we, of you
we found ourselves
reduced to I
and the whole thing became
silly, ironic, terrible:
we were trying to live a personal life
and yes, that was the only life
we could bear witness to

But the great dark birds of history screamed and plunged
into our personal weather
They were headed somewhere else but their beaks and pinions drove
along the shore, through the rags of fog
where we stood, saying I


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου