Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Μανιφέστο γραμμένο στο αμπάρι, εν μέσω καταιγίδας

Η πολιτική μου τοποθέτηση μοιάζει με κείνους τους σπόρους που τους φυτεύαμε παιδιά στο βρεγμένο βαμβάκι και άνθιζαν. Δεν έχει βαθιές ρίζες σε οικογενειακές καταβολές, τοπικές ιδιαιτερότητες ή "ταξικές" συντεταγμένες. Όπως για πολλούς -υποψιάζομαι- είναι μια ημι-λογική, ημι-συναισθηματική αυτοκατάταξη. Αν έπρεπε να προσδιορίσω τις απαρχές της, θα έλεγα πως είναι καμωμένη μέσα από κάποιου είδους συναισθηματική εμπλοκή με το αντικείμενό μου. Ήταν η μέρα της εισόδου μου στο πανεπιστήμιο, Σεπτέμβριος του 2002, μια από τις κορυφαίες ημέρες της ζωής μου. Οι πρώτες συνομιλίες πολιτικές, μέσα από το πρίσμα της ιστορικής έρευνας. Το μονοπάτι της ιστορίας παρήγαγε άλλους κόσμους, παράλληλους, ιδεατούς, συμπληρωματικούς της καθημερινότητας, προκαλούσε έντονο ενδιαφέρον για ζητήματα κοινωνίας, πολιτικής, οικονομίας. Έπεφτα με τα μούτρα σε έργα κοινωνικής ιστορίας, όσα μιλούσαν για τάξεις και διαστρωματώσεις. Μ' είχε συνεπάρει το (δύσκολο) βιβλίο του Αλφέλντυ για τη ρωμαική κοινωνία, προτιμούσα Γκάρνσευ-Σάλλερ από Ροστόφτσεφ, ακόμα και το λήμμα της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας για το Βυζάντιο ηχούσε απείρως πιο οικείο στα αυτιά μου από τις στεγνές, άψυχες αναλύσεις της Χριστοφιλοπούλου. Διψούσα για ερμηνείες ιστορικών συμπεριφορών, επιλογών, γεγονότων, οι ρήξεις με γοήτευαν με τις προκλήσεις τους. Αυτό δε σημαίνει πως το διάβασμα προγήθηκε της πολιτικοποίησης ούτε την παρήγαγε. Δεν πορεύτηκα με βιβλιογραφίες. Επικροτούσα, όπως και πολλοί άλλοι, συγγραφείς και τίτλους βιβλίων που δεν είχα διαβάσει ακόμα (κι ας το παίζω συχνά έξυπνος για όσους κάνουν το ίδιο), υπήρχε μια κεκτημένη ταχύτητα σε όλα αυτά, κάτι το αβέβαιο, μια ανασφάλεια για την επάρκεια ή μη του "ανήκειν" (ίσως ευτυχώς που δεν είχα παππού Μακρονησιώτη, μπαμπά στο Πολυτεχνείο,  χωριό χαροκαμένο απ' τον Εμφύλιο, τίποτα απτό και μονοσήμαντο), επιλογές αδιαμόρφωτες μέσα σε ένα κλίμα ελευθεριότητας, πολύχρωμες αφίσες στο γυμνό μπετό της Φιλοσοφικής, τα τραπεζάκια των ΕΑΑΚ, τα παιδιά της ΚΝΕ, πρώτες φιλίες που κρατάνε ως σήμερα, νυχτερινές βόλτες στο Θησείο και το Μοναστηράκι. Φιλίες και συμπάθειες. Χημεία. Μοιραία, ο σεβασμός στο χαρακτήρα, το ήθος και το επιστημονικό κύρος καθηγητών έπαιρνε πολιτικό χρώμα. Ο Αντώνης Λιάκος και η υπόρρητη αναφορά στο ηρωικό του παρελθόν με κείνα τα αξέχαστα βιβλία στο σεμινάριο, απ' τις Φυλακές της Αίγινας με τη σφραγίδα της χουντικής λογοκρισίας, ο Χάγκεν Φλάισερ-είδωλο για πολλά, σύν όλα όσα μάντευα για την πολιτικοποιημένη και ταραγμένη νιότη του, ο υπέροχος Κώστας Γαγανάκης να μας παρακινεί ανοιχτά έξω από την αίθουσα να ρίξουμε το Νόμο-Πλαίσιο, όπως η δική του γενιά έριξε τον 815. Μετά η πρώτη εμπειρία στο δρόμο. Δεν καταγράφουμε μόνο, κάτι πάμε να γράψουμε κι εμείς. Οι μαζικές κινητοποιήσεις του 2006-2007, το ξύλο στον Άγνωστο Στρατιώτη, η βία των ΜΑΤ κι ο φόβος (δυνατότερο δεν είχα ξανανιώσει) εμπέδωνε την ταύτιση. Έτσι κι αλλιώς, συναισθηματικά και ψυχολογικά ανήκα στους παρασυνάγωγους και τους αδύναμους, με αναγούλιαζε η ΔΑΠ και η απολίτικη συμπεριφορά. Η επιλογή στρατοπέδου για τη γενιά μου δεν είχε πολλές ομοιότητες με προηγούμενες εποχές, όταν τα στρατόπεδα έμοιαζαν καθοδηγούμενα από απόλυτα μανιχαιστικές, συγκρουσιακές, χωρίς γκρίζες ζώνες, αλήθειες και θέσφατα. Κολυμπούσα σε ένα αμυντικό σχετικισμό, μια πειθαναγκαστική αμφιβολία, μια αμφισβήτηση, έναν φόβο της έκθεσης. Αιτίες τα παραπάνω όλων των δεινών, των αποτυχιών και των πόνων μου, αλλά δε μετανιώνω γιατί με διαφύλαξαν από απόλυτες αλήθειες (ένας ίλιγγος οι απόλυτες αλήθειες, σημείο σύμφυσης και ταυτόχρονα αντίφασης ανάμεσα στον έρωτα και την "επανάσταση"). Αντιδρούσα αυθόρμητα σ' αυτό, τσινούσα με την αδιαλλαξία και τα ευαγγέλια (για αυτό και δεν οργανώθηκα ποτέ). Κράτησα τον εαυτό μου αλλά και τις γοητευτικά αδόμητες απόψεις μου. Με σταθερό και αμείωτο θαυμασμό για τους οργανωμένους, δέος για την οργανωμένη πάλη, σκέψεις για την αναγκαιότητα, το νόημα και την έκφρασή της. Υπόστρωμα σ' αυτό η αρχαία σκουριά που έμεινε στις κατακόμβες της ψυχής μου από τις ατέλειωτες συζητήσεις με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, χειραψίες που καίνε ακόμα την παλάμη μου, αγωνιστές της Δικτατορίας, απελπισμένοι επαναστάτες, κατάλοιπα μιας εποχής κλέους και δόξας. Είμαι αριστερός. Δεν είμαι μαχητικός ούτε γενναίος. Μα έχω κρατήσει σε μια μεγάλη, διαφανή γυάλα με νερό λέξεις και έννοιες, όπως Τιμή, Αξιοπρέπεια, Αλληλεγγύη, Σεβασμός, Διάλογος, Συναίσθημα, Ήττα, Μοναξιά, Αδυναμία, Αγώνας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου