Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Τους βγάζαμε με φλογοβόλα από τα πολυβολεία...


Ο Δημήτρης Μπίκος γεννήθηκε στο Μοναστήρι Τριφυλλίας το 1928. Όπως συνέβη με όλους τους συνομηλίκους του, η παιδική και εφηβική του ηλικία σημαδεύτηκαν από τα βίαια γεγονότα της Κατοχής. Υπηρέτησε ως εθελοντής στο στρατό  και πολέμησε για δύο χρόνια στη Δυτική Μακεδονία, στις μεγάλες μάχες του Γράμμου και του Βίτσι με το 601 Τάγμα Πεζικού. Συμπλήρωσε 30 μήνες υπηρεσίας στην πρώτη γραμμή, «όσους κανένας αξιωματικός», όπως λέει ο ίδιος. Τον Οκτώβριο του 1949, ως λοχίας πλέον, εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1952 ως μόνιμος ανθυπολοχαγός πεζικού. Αντιτέθηκε στη Χούντα και υπηρέτησε ως ταγματάρχης στην Κύπρο όπου και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του Αττίλα Ι το 1974. Αποστρατεύτηκε το 1985 με το βαθμό του αντιστράτηγου. Κοιτάζοντας πίσω, συμπεραίνει πως οι αξιωματικοί που γνώρισε στις μάχες του Εμφυλίου, ήταν οι καλύτεροι που συνάντησε στη 45χρονη σταδιοδρομία του, εκείνοι που τηρούσαν κατά γράμμα τους κανόνες πολέμου και έδιναν πρώτοι το παράδειγμα.  


Ο στρατηγός Μπίκος ανδρώθηκε στη Μεσσηνία του 1944, δηλαδή σε χρόνο και τόπο όπου ο εμφύλιος ξέσπασε στην αγριότερη εκδοχή του. Όπως λέει ο ίδιος, «εγώ στην Κατοχή δεν έζησα τη ναζιστική τρομοκρατία, εμείς καθημερινή τρομοκρατία νιώσαμε μόνο από τους κομμουνιστές. Παιδί ήμουνα, και άκουσα πρώτη φορά από τον πρόεδρο Λαϊκού Δικαστηρίου τις λέξεις: «Εσχάτη των ποινών». Και πήγα στον πατέρα μου να τον ρωτήσω τι σήμαινε αυτό…». Είδε με τα μάτια του τα πτώματα από τις αντεκδικήσεις στο Μελιγαλά, ενώ πήγαινε από το χωριό του για την Καλαμάτα: «Φοβερό το θέαμα αλλά δεν του έδινες σημασία τότε. Τους είχαν πετάξει στην Πηγάδα. Τους είχαν δεμένους από τα χέρια με συρματόπλεγμα, πατέρα με γιο –γνωστούς μου. Στο δρόμο Μελιγαλά-Καλαμάτα έβλεπες ανθρώπους κατακρεουργημένους. Φοβερό μακελειό». Στο σπίτι της οικογένειας Μπίκου κατέλυαν αντάρτες καθημερινά, ενώ ο πατέρας του 16χρονου τότε Δημήτρη, Κωνσταντίνος, γραμματέας της κοινότητας και χαρακτηρισμένος ως «αντιδραστικός» (αν και πολιτικά ανήκε στο Κέντρο), είχε συλληφθεί και ανακριθεί από την εαμική οργάνωση και διέφυγε τελικά από το εκτελεστικό απόσπασμα μόνο χάρη στη μεσολάβηση ενός συναδέλφου του υπαξιωματικού.
Το διάστημα της εαμοκρατίας (Σεπτέμβριος 1944-Φεβρουάριος 1945) στη Μεσσηνία με τα αιματηρά γεγονότα στο Μελιγαλά, τους Γαργαλιάνους, την Καλαμάτα και την Πύλο, δημιούργησε μια πραγματική δεξαμενή εκδίκησης όσων είχαν ενταχθεί στην αντικομμουνιστική παράταξη ή θεωρούσαν εκ των πραγμάτων τους εαυτούς τους, αντιπάλους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, «υπήρξε αντίδραση και μάλιστα μεγάλη από όσους είχανε θύματα από τους κομμουνιστές. Και στο δικό μας χωριό ήρθαν οι Χίτες και σκοτώσαν μια ξαδέλφη μου. Με φωνάξανε από το σχολείο και άρχισα και φώναζα νευριασμένος στον αρχηγό τους, τον Τζουλή, ήταν συμμαθητής μου στο σχολείο…Δεν είχε κάνει τίποτα η κοπέλα, 20 χρονών. Δυστυχώς δεν υπήρχε αντίδραση στους πραγματικούς υπεύθυνους αλλά στους συγγενείς. Γίνονταν αυτά…». Ο νεαρός Δημήτρης μισούσε τόσο τον αρχηγό του ΕΛΑΣ Μεσσηνίας, (μόνιμο αξιωματικό και σήμερα αντιστράτηγο) που τον θεωρούσε υπεύθυνο για την παραλίγο εκτέλεση του πατέρα του, ώστε έκανε κάτι που σήμερα το θεωρεί τρέλα: «Το Μάρτιο του ’45 ξημερώσαμε εγώ μαζί με άλλα 4 παιδιά –παλιόπαιδα ήμασταν– έξω από το σπίτι του στο χωριό του. Ευτυχώς δεν ήταν μέσα γιατί θα τον σκότωνα. Θα έβαφα τα χέρια μου με αίμα…». Ο διχασμός κατέτρωγε ακόμα και την ίδια την οικογένεια, αφού τα ξαδέλφια του ήταν ενταγμένα στην Αριστερά και οι διαπληκτισμοί μαζί τους σχεδόν καθημερινοί. Κάποιοι σκοτώθηκαν αργότερα σε μάχη. Με αυτό τον τρόπο, λίγο-πολύ ασυνείδητο, τα εμφύλια πάθη ανακυκλώνονταν και έπαιρναν μαζικές διαστάσεις. «Δεν ξέραμε τότε, ήμασταν παιδιά, και δε μπορώ να αξιολογήσω τα πράγματα, όπως τα αξιολογώ τώρα. Αλλά θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί είχα τον πατέρα μου ο οποίος ήταν άνθρωπος του βιβλίου και πολύ ενημερωμένος: Ό,τι μου λέγαν οι ινστρούχτορες του ΚΚΕ στο σχολείο (επί εαμοκρατίας), πήγαινα μετά στο σπίτι και ρωτούσα τον πατέρα μου και εκείνος μου τα εξηγούσε διαφορετικά».
  
Εθελοντής στο στρατό

Κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν στην επαρχία, ο στρατός προσέφερε μια ασφαλή διέξοδο: «Εγώ φοβόμουνα στο χωριό μη με πάρουν οι αντάρτες. Και έκανα τα χαρτιά μου για να πάω στην αεροπορία, ο νονός του αδελφού μου ήταν αξιωματικός της αεροπορίας. Η μάνα μου έβαλε τις φωνές. Ο πατέρας μου έλεγε «όπου θέλει το παιδί». Τελικά δεν έγινε τίποτα και εγώ με άλλα δυο παιδιά πήγαμε εθελοντές στο στρατό».
Το Μάρτιο του 1947, ο 19χρονος εθελοντής κατατάχτηκε στο 601 Τάγμα Πεζικού που έδρευε στη Μυτιλήνη. Εκεί είχε και την πρώτη του συμμετοχή σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μικρής κλίμακας. «Ήταν ένας κατσαπλιάς στη Λέσβο που δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν. Και τον κυνηγούσαμε…». Στη συνέχεια, το Τάγμα μετακινήθηκε στους Μαυραναίους Γρεβενών, στο κέντρο της ανταρτοκρατούμενης επικράτειας του Γράμμου, από όπου συμμετείχε σε όλες τις επιχειρήσεις. Βασικός αντίπαλος το Αρχηγείο Δυτικής Μακεδονίας του ΔΣΕ και ένας αρχηγός ανταρτών που είχε ήδη γίνει γνωστός από τη συμμετοχή του στην επίθεση του Λιτοχώρου, ο Αλέκος Ρόσιος, φιλόλογος από τη Σιάτιστα, με ψευδώνυμο «Υψηλάντης»: «Ταγματάρχη είχαμε τον Κωνσταντίνο Χαρμπίλα, Καλαματιανός, 37 χρονών παιδί. Πολύ σκληρός και θαρραλέος. Και μας έλεγε συνέχεια θυμάμαι: «Ρε παιδί μου, όπου και να πάμε, τον Υψηλάντη έχουμε μπροστά μας!». Και στο Γράμμο και στο Βίτσι».
Το βάπτισμα του πυρός ήταν σχεδόν ανεπαίσθητο καθώς η νεαρή ηλικία απάλυνε το σοκ από το αίμα και τις μάχες: «Ο πρώτος νεκρός που είδα ήταν ένας στρατιώτης που πήγαινε δίπλα μου και την έφαγε στο κεφάλι. Όταν είσαι παιδί, είσαι πολύ ψύχραιμος. Ένιωσα βέβαια ότι τώρα σκοτώθηκε ένας άνθρωπος αλλά όχι όπως τώρα που συγκλονίζεσαι…Εξάλλου, το ’47 οι επιχειρήσεις δεν ήταν επιχειρήσεις αντιπαράθεσης: ήταν ανταρτοπόλεμος. Κυνηγάγαμε τους συμμορίτες κι αυτοί φεύγανε ή μας κάναν ενέδρες. Το 48 άρχισε η αντιπαράθεση. Αυτό ήταν και το πρώτο σφάλμα που κάναν οι κομμουνιστές: αν τα βάλεις με τον Εθνικό Στρατό, θα ηττηθείς, δεν υπάρχει περίπτωση. Αυτοί δεν έπρεπε να σταματήσουν τον ανταρτοπόλεμο. Αν δεν τον σταματούσαν, θα είχαμε ακόμα μάχες…».



Μακελειό στο Γράμμο

Η κατάσταση άρχισε να σοβαρεύει την επόμενη χρονιά. Οι μάχες του 1948 στο Γράμμο διήρκεσαν τρεις αιματηρούς μήνες. «Πήρα μέρος σε όλες τις μάχες, σε όλα τα υψώματα.  Το βράδυ μας χτυπάγανε με τα πολυβόλα και μετά μας αρχίζανε με τα χωνιά: «Ελάτε ρε δω να χορτάσετε μουνί! (είχανε γυναίκες αυτοί). Παλιοφασίστες, κωλόπαιδα της Φρειδερίκης!». Κι εμείς τους λέγαμε: «Άντε γαμηθείτε ρε παλιομαλάκες!». Παλιόπαιδα τώρα, μες στο χαράκωμα…Εγώ σαν παιδί τα θεωρούσα αστεία όλα αυτά…Ήταν κι ένας ανθυπασπιστής ο οποίος φοβότανε στο χαράκωμα και πήγαινα όρθιος από πάνω απ’ το κεφάλι του κι έριχνα –ενώ οι άλλοι έβαζαν από απέναντι. Το έκανα για να φοβηθεί περισσότερο, κατάλαβες; Άμα είχα μυαλό, δεν θα τα ‘κανα αυτά. Αλλά όποιος φοβάται, πεθαίνει. Κι αυτός ο ανθυπασπιστής αργότερα τραυματίστηκε θανάσιμα από νάρκη ενώ περνούσε ένα ποταμάκι…».
Όταν η μνήμη ταξιδεύει στις μάχες του Γράμμου, η αφήγηση του στρατηγού γίνεται ενιαία και συνεχόμενη: «Οι μάχες ήταν πάρα πολύ σκληρές. Καταλαμβάναμε τα υψώματα με πάρα πολλά θύματα. Θυμάμαι δε μια περίπτωση όπου ένας κρητικός λοχίας –θα χει πεθάνει τώρα –παίρνει τηλέφωνο το διοικητή και λέει: «Τραυματιστήκανε όλοι οι αξιωματικοί του λόχου. Το λόχο τον έχω αναλάβει εγώ». Σα να τ’ ακούω τώρα…Και μου λέει ο διοικητής: «Σήκω, τρέξε, πάμε στο λόχο μου». Και ο λόχος είχε καταλάβει το ύψωμα, με ένα λοχία! Τέτοια πράγματα γινόντουσαν….  Πάνω από την Κοτύλη του Γράμμου υπάρχει ένας κατακόρυφος βράχος 200 μέτρα ύψος, απότομος –ούτε φίδι δεν ανέβαινε. Στην κορυφή ήταν το ύψωμα «Γούπατα» όπου έγιναν πάρα πολύ σκληρές μάχες. Και το ύψωμα πάρθηκε με προδοσία. Παρουσιάστηκε ένας αντάρτης σε έναν ψυχωμένο λοχαγό και τον οδήγησε στην κορυφή. Έτσι πήραμε τα Γούπατα. Το όνομα του λοχαγού το ξέρει άραγε κανένας; Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε σε ένα λόγο του πρόσφατα ότι εκεί στην Κοτύλη εκτελέσαμε 4 αντάρτισσες, τις ρίξαμε από το βράχο. Δεν είπε βέβαια ότι κι εμείς βρήκαμε ένα λοχία από το Τάγμα μας κρεμασμένο ανάποδα…».
Έπρεπε να φτάσει ο Αύγουστος του ’48 για να καταλάβουν οι στρατιώτες ποιοι ήταν εκείνοι που τους είχαν δυσκολέψει τόσο στην προώθηση και την κατάληψη των υψωμάτων: «Όταν ανεβήκαμε στα ’’Ψωριάρικα’’ τα περίφημα, βλέπω έναν αντάρτη σκοτωμένο. Του ανοίγω τη μπλούζα, στήθος γυναικείο…Κοριτσάκι! Φορούσε στρατιωτικά. Το γδύνω κι ήταν αμάλλιαστο χαμηλά! Λέω: «Κύριε διοικητά, κοιτάξτε ποιους είχαμε απέναντι!». Πιο πέρα ήταν άλλο ένα παιδάκι που είχε σκάσει από τα αέρια του βομβαρδισμού. Είχαμε απέναντί μας λόχο νεολαίας. Μας πολεμούσανε παιδάκια…Την αδελφή δε αυτής της αντάρτισσας την πιάσαμε αιχμάλωτη αργότερα και μου ‘λεγε: «Μια μέρα θα σε σφάξω εσένα. Σκοτώσατε την αδελφή μου!». Γινόντουσαν φοβερά πράγματα εκεί πέρα…».
Για την άσχημη διεξαγωγή της Μάχης του Γράμμου, το λάθος βαραίνει την κυβερνητική πλευρά που υποτίμησε τον αντίπαλο: «Οι στρατιωτικοί της εποχής βλέπανε –λανθασμένα– ότι μέχρι τότε οι συμμορίτες φεύγανε. Αλλά δεν είχαν γνώση του τι θα πει κομμουνιστής. Αυτοί πολεμούσαν σκληρά, πάρα πολύ σκληρά. Κι αντί να τελειώσει ο Γράμμος σε λίγες μέρες, κράτησε τρεις μήνες. Θυμάμαι ο διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, πρότεινε τότε στην κυβέρνηση Σοφούλη κατάπαυση πυρός και έναρξη συνομιλιών. Κι ο Σοφούλης που ήταν πρωθυπουργός είπε όχι...».





Ο Παπάγος και η νίκη στο Γράμμο

Ο διορισμός του Αλέξανδρου Παπάγου στην θέση του αρχιστρατήγου άλλαξε τα δεδομένα κυρίως στον ψυχολογικό τομέα. Οι στρατιώτες που την περσινή χρονιά έβριζαν τους στρατηγούς τους για ενδοτικότητα και αδυναμία εκμετάλλευσης των επιτυχιών, τώρα έβλεπαν πως θα πολεμούσαν για πρώτη φορά υπό έναν άξιο διοικητή, υπεράνω προσωπικών αντιδικιών: «Ο Παπάγος ήταν πάρα πολύ σκληρός αξιωματικός. Με πειθαρχία από τον αντιστράτηγο μέχρι τον τελευταίο φαντάρο. Και ήξερε να διαλέγει αξιωματικούς-πολεμιστές. Σκέψου, ενώ υπήρχαν αντιστράτηγοι και υποστράτηγοι αρχαιότεροι, αυτός έκανε αρχηγό σώματος στρατού το Μανιδάκη. Ο οποίος τι ήταν; Διοικητής του Συντάγματος Πυροβολικού στην Ταξιαρχία Ρίμινι. Δεν ξέρω τι προσόντα είχε ο Παπάγος, αλλά ξέρω τι εντύπωση μου έκανε εμένα σαν παιδάκι, όταν ήρθε και μας έκανε επιθεώρηση στο Νεστόριο, όλη την Ταξιαρχία. Πήγαινε μπροστά ο Παπάγος και πίσω ο «Βεντήρ-Αγάς» (ο Βεντήρης). Αισθανθήκαμε ότι επιτέλους είχαμε αρχηγό».    
Το χειμώνα του 1948-49, το Τάγμα ξεχειμώνιασε στα υψώματα του Βίτσι, από όπου το Φεβρουάριο παρακολούθησε τη Μάχη της Φλώρινας, χωρίς να μπορεί να βοηθήσει. Στην Πρεκοπάνα (Περικοπή) της Φλώρινας μια ταξιαρχία ανταρτών αναχαιτίστηκε και σχεδόν διαλύθηκε από τα συνδυασμένα πυρά ορειβατικού και πεδινού πυροβολικού. «Γέμισε με πτώματα ανταρτών το μέρος. Κι όταν ανεβήκαμε πάνω, βρήκαμε πάνω μόνο ένα φαντάρο ασυρματιστή μέσα σε ένα αμπρί ο οποίος δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα! Ούτε ότι είχαν επιτεθεί ούτε ότι είχαν υποχωρήσει…».  
Το 1949 ο συσχετισμός των δυνάμεων είχε πια αλλάξει. Η υπεροπλία του Στρατού ήταν συντριπτική και μεγάλο ρόλο έπαιζαν πλέον οι μονάδες καταδρομέων (τα ΛΟΚ) και η αεροπορία. «Από το Μάγκοβιτς μας έβαζαν με όλμους των 120 χιλιοστών. Μας χτυπούσαν πάντα την ώρα που πηγαίναμε για φαγητό, συνήθως το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Και είχαμε ένα παρατηρητή ο οποίος φώναζε ΄΄έβαλλε΄΄. Και εμείς ’’μετ’ ασφαλείας’’. Η δειλία όχι μόνο δεν ήταν ανεκτή αλλά τιμωρούνταν πλέον με θάνατο, όπως συνέβη στην περίπτωση ενός λοχία που αυτοτραυματίστηκε στο πόδι για να αποφύγει τη μάχη, πέρασε από έκτακτο στρατοδικείο στο Άργος Ορεστικό και τουφεκίστηκε. Τα ίδια συνέβαιναν και στο στρατόπεδο των ανταρτών. Σε σχέση με αυτά που είχαν προηγηθεί την προηγούμενη χρονιά, οι τελευταίες μάχες ήταν ευκολότερες: «Ο Γράμμος το 1949 έπεσε σε 7 μέρες. Στις 24 Αυγούστου 1949 ήμασταν στην «Αμμούδα» του Γράμμου. Ενώ ήμασταν στη γραμμή εξορμήσεως, μας ειδοποιούν ότι είχε έρθει ο βασιλιάς. Για θάρρος. Για ηθικό. Και μετά άρχισαν 150 πυροβόλα να βάζουν όλα μαζί και ήρθε και η αεροπορία –τα Helldivers, που πρώτη φορά τα έβλεπα– με βόμβες ναπάλμ. Μαζί μας ήτανε κι ένας ταγματάρχης Εγγλέζος. Όρθιος! Μπροστά στη γραμμή, πρώτος. Τον βούτηξα να τον καθίσω κάτω να μη φάει καμιά σφαίρα. Εκεί, στα συρματοπλέγματα οι αντάρτες πολεμούσαν. Τα σηκώναμε απάνω ή τα κόβαμε με ψαλίδι. Και απ’ τα πολυβολεία τους βγάζαμε με ΠΙΑΤ και φλογοβόλα. Τους καίγαμε…Θυμάμαι στο Τσάρνο, όπως ήταν μια στροφή δρόμου, υπήρχε ένα αντιαρματικό πυροβολείο που δεν άφηνε κανένα άρμα να περάσει. Τότε μας είχαν φέρει τα 106χστ. Και πήγε ένας φανταράκος με 106 και με το πρώτο-δεύτερο βλήμα, τον τραυμάτισε θανάσιμα το συμμορίτη. Τον τίναξε στο βράχο…». Το 601 Τάγμα ήταν παρόν και την τελευταία μέρα της δεύτερης Μάχης του Γράμμου, την τελευταία μέρα του Εμφυλίου Πολέμου: «Όταν έπεσαν όλα τα υψώματα, στις 29 Αυγούστου, φωτίστηκε όλη η γραμμή στο Γράμμο και το Βίτσι με φωτοβολίδες, φωτιστικά και τροχιοδεικτικές. Όλη τη νύχτα! Τι να έβλεπες; Πανηγύρι όλη τη νύχτα. Δεν αφήσαμε σφαίρα για σφαίρα. Δεν κοιμήθηκε κανένας. Τα επινίκεια!».     
Για το συνομιλητή μας, βετεράνο των μαχών του Εμφυλίου αλλά και όλων των μεταπολεμικών γεγονότων, η πολιτική ερμηνεία της εμφύλιας σύγκρουσης είναι πολύ συγκεκριμένη: το ΚΚΕ είναι κόμμα «του εγκλήματος και της προδοσίας», ο πόλεμος που άρχισε το 1946 και έληξε το 1949 ήταν «συμμοριτοπόλεμος» και οι αντάρτες «συμμορίτες». Κατά τη γνώμη του, εκτός από τη στρατιωτική ανωτερότητα, ο όρος «συμμοριτοπόλεμος» δίνει και την πραγματική «εθνική» διάσταση της σύγκρουσης: «Το 25 με 50% από τους συμμορίτες ήταν Σλαβομακεδόνες. Για αυτό τους λέγαμε και τους λέμε συμμορίτες». Ισχυρίζεται μάλιστα πως, σε αντίθεση με το ΔΣΕ, ο Εθνικός Στρατός σεβόταν κατά κανόνα τους αιχμαλώτους, γεγονός που αποδεικνύεται και από την προσωπική του εμπειρία: «Το ’49 το Μάιο μήνα ήμασταν σε ένα ύψωμα, «Κούτσουρο» το λέγανε. Είχαμε δύο συμμορίτισσες αιχμάλωτες στο χαράκωμα. Εμείς, παιδιά 20 χρονών τώρα, βλέπαμε τις γυναίκες όπως τις βλέπαμε…Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τους ρίξω ψειρόσκονη. Αυτές φοβηθήκανε. «Τι φοβάστε ρε; Ξαπλώστε εδώ χάμω να κοιμηθείτε». Κατά τις 03.00 μας επιτέθηκαν οι συμμορίτες. Αυτές τρέμανε…Εγώ βγήκα στο χαράκωμα και με το αυτόματο γερμανικό, άρχισα να βάζω. Αυτοί δεν επέμεναν γιατί δέχτηκαν σφοδρά πυρά και υποχώρησαν. Τον επόμενο Σεπτέμβριο, στο Άργος Ορεστικό, δυο κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά με χαιρετάνε! «Ρε κορίτσια, τι αλλαγή είναι αυτή;», «Δε σε ξεχνάμε, λέει, από το Κούτσουρο, για τη συμπεριφορά σου, που δε μας πείραξες». Οι άλλοι όμως δεν κρατούσαν αιχμαλώτους, μας σκοτώνανε...Με βάση τα επίσημα στοιχεία, έχουμε 4.101 στρατιωτικούς αγνοούμενους»  Κλείνοντας τη συνέντευξη, με καλεί να σκεφτώ πως οι πολιτικοί που σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος και κόστος της εμφύλιας αντιπαράθεσης, δεν ανήκαν «στους επάρατους της δεξιάς» αλλά ήταν ακραιφνείς δημοκράτες, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης και ο Νικόλαος Πλαστήρας.


Η συνέντευξη δόθηκε στο Μαρούσι, στις 28 Δεκεμβρίου 2010

            

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Έλληνες αντάρτες πόλης: 1. Άγγελος Τσιτώτας

Εκ φύσεως, ο Άγγελος Τσιτώτας ήταν από εκείνους που επιβιώνουν αλλά δεν επιζούν. Σε ηλικία μόλις 23 ετών, πρωτοπόρος στην ΟΠΛΑ μέσα στη γερμανοκρατούμενη Λάρισα, κυκλοφορούσε κουμπουροφόρος και ξεπάστρευε μέλη του ΕΑΣΑΔ. Στον Εμφύλιο φιγουράριζε στις λίστες της Ασφάλειας στα πρώτα ονόματα. Αυτός όμως τους έγραφε εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην τον πιάσουν ποτέ ζωντανό. Το 1946 τράβηξε για τον Κίσσαβο και έγινε μέλος της επίλεκτης Ανεξάρτητης Ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού Λάρισας. Στις 27 Ιανουαρίου 1947, μπήκε νύχτα στην πόλη για πληροφορίες και είχε το "θράσος" να καταλύσει λίγα μέτρα από το πατρικό του σπίτι που βρισκόταν υπό στενή παρακολούθηση, μέσα στην αποθήκη της οικογένειας Φοντανά, στην οδό Υψηλάντου, ένα πλίθινο μαντρότοιχο με τσίγκους, όπου στεγάζονταν τρακτέρ, γεωργικά μηχανήματα και άλογα. Ο Αγγελος δούλευε στον Φοντανά από μικρός ως τεχνίτης και οδηγός και είχε αδελφική φιλία με τα παιδιά της οικογένειας. Το απόγεμα της Δευτέρας, 26 Ιανουαρίου 1947, κάποιος από την αποθήκη έστειλε έναν πιτσιρικά που έπαιζε απέξω να πάρει μια 100ρα κούτα τσιγάρα Ματσάγγου. Ο πιτσιρικάς όμως ήταν από τους υποψιασμένους, πρόωρα ώριμους εκείνων των χρόνων. Ήξερε ότι κανείς από τους Φοντανάδες δεν κάπνιζε Ματσάγγο. Μόλις εκτέλεσε την παραγγελία, τράβηξε καρφί για τη Νέα Αγορά να πει τα καθέκαστα στον Ιάκωβο, ένα από τα καρφιά της Ασφάλειας στο συνοικισμό. Αιφνιδιαστικά, κατά τις 7 το σούρουπο, η αποθήκη κυκλώθηκε από τη μισή χωροφυλακή της Λάρισας με επικεφαλής το διοικητή της Ασφάλειας. Και ξεκίνησε μια απελπισμένη μάχη. Κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει την αποθήκη καθώς ο Τσιτώτας γάζωνε σαν τρελός με το αυτόματό του. Χρειάστηκε να φτάσει επί τόπου ο επιτελάρχης του Β' Σώματος Στρατού, συνταγματάρχης Θρασύβουλος Ζαίμης με ένα λόχο μαυροσκούφηδων και ένα άρμα μάχης (!) που το διοικούσε ένας άγνωστος (τοτε) υπολοχαγός Τ/Θ με το όνομα Στυλιανός Παττακός. Οι πολιορκητές βάζουν μια ομοβροντία και κατόπιν φωνάζουν: "Άγγελε, εισαι κυκλωμένος από παντού. Βγες με τα χέρια ψηλά". Ακολούθησε μια απάντηση που άκουσαν μόνο οι πολιορκητές και λίγοι περαστικοί: "Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού δεν παραδίνονται. Πεθαίνουν". Επακολούθησε πανδαιμόνιο. Ριπές, εκρήξεις χειροβομβίδων, μια μάχη ασβού με σιδερένια θηρία. Από τον ορυμαγδό της άνισης μάχης, οι κάτοικοι βγαίνουν από τα σπίτια τους να γλιτώσουν από τους αντάρτες που απ' ό,τι φαίνεται είχαν εισβάλλει στην πόλη. Τα μυδράλια του τανκ γαζώνουν τον πλίνθινο τοίχο και τον κονιορτοποιούν, η στέγη με τους τσίγκους κατέρρευσαν και ένα δοκάρι χτύπησε τον Άγγελο στο κεφάλι. Ένα μεγάλο καρφί τρύπησε το πρόσωπό του. Αιμόφυρτος και ανήμπορος έκανε την πιο γενναία πράξη που διανοείται ο άνθρωπος: έστρεψε το πιστόλι του στον κρόταφο και τράβηξε τη σκανδάλη. Δυο ακόμα αθώοι σκοτώθηκαν από τα πυρά μέσα στην αποθήκη.   
Χωρίς ο Άγγελος να είναι σε θέση να το πληροφορηθεί, οι σύντροφοί του μετονόμασαν προς τιμήν του την ομάδα σε "Ομάδα Άγγελος Τσιτώτας", μια τακτική που θα ακολουθούσαν, μεταξύ άλλων, η RAF και ο ΕΛΑ, πολλές δεκαετίες αργότερα και σε εντελώς άλλα ιδεολογικά και πολεοδομικά συμφραζόμενα. Χωρίς πάλι να το ξέρει, ο Άγγελος ήταν ένας από τους πρώτους νεκρούς Έλληνες αντάρτες πόλεων....Και μια κατακόκκινη γραμμή παρακολουθεί ιστορικά στη διαδρομή του ένα ιστορικό φαινόμενο που μοιάζει να είναι το τελευταίο ταμπού στο αριστερό σύμπαν και για κάποιους ελάχιστους, η αυθεντικότερη πολιτική έκφραση.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Η Τάξη 1940 της Σχολής Ευελπίδων. Πεπρωμένα Ελλήνων αξιωματικών 1940-1974

Αν εξαιρέσουμε βιογραφίες ή απομνημονεύματα στρατιωτικών, η στρατιωτική ιστορία στην Ελλάδα δεν συνηθίζει να συνδέει τη δράση των Ελλήνων αξιωματικών με τις συνθήκες της εποχής που έδρασαν. Η Τάξη 1940 της Σχολής Ευελπίδων συνιστά μια ιδιαίτερη περίπτωση σύνδεσης του στρατού με την κοινωνία. Οι 289 αποφοιτήσαντες ανθυπολοχαγοί του 1940 είχαν το ιστορικό προνόμιο να πέσουν αμέσως στην φωτιά του Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου και να ακολουθήσουν παράλληλους ή αντίθετους δρόμους καθήκοντος, μένοντας ωστόσο πιστοί στον όρκο και τα ιδεώδη του ευέλπιδος. 
Στις 16 Οκτωβρίου 1937 δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ο πίνακας των επιτυχόντων στις εισαγωγικές εξετάσεις της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ο κατάλογος των επιτυχόντων περιλάμβανε 316 ονόματα, από τους οποίους οι 210 ήταν ιδιώτες, οι 79 γιοι και αδελφοί αξιωματικών και θυμάτων πολέμου και οι 36 εθελοντές υπαξιωματικοί. Από τους 316 κληθέντες που κλήθηκαν να παρουσιαστούν, οι 14 δεν παρουσιάστηκαν καθόλου ή εγκατέλειψαν τη Σχολή ήδη από τις πρώτες ημέρες της φοίτησης. Μετά τη συμπλήρωση του κενού από 6 επιλαχόντες και 3 διετείς της προηγούμενης τάξεις, η Ι Τάξη ξεκίνησε τα μαθήματα στις 23 Οκτωβρίου 1937 με 311 ευέλπιδες που κατανεμήθηκαν σε 6 Εκπαιδευτικά Τμήματα, 3 Οργανικούς Λόχους και 3 Λόχους Ασκήσεων. Εξαιτίας των απαιτήσεων της στρατιωτικής εκπαίδευσης εκείνης της εποχής, καταγράφηκαν και κάποιες απώλειες: «Άλλος πέθανε, άλλος πήδηξε τις μάντρες, άλλος αυτοκτόνησε από τη «νίλα», άλλος έμεινε στην ίδια τάξη…» (Μαρτυρία Σταύρου Παππά).
Τον Αύγουστο του 1940, οι 289 Ευέλπιδες που είχαν καταφέρει να προβιβαστούν στην ΙΙΙ Τάξη της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, ονομάστηκαν ανθυπολοχαγοί και ακολούθως κατανεμήθηκαν στα Όπλα, ανάλογα με το βαθμό επιτυχίας του καθενός. Σύμφωνα με το σχετικό νομοθετικό διάταγμα (ΦΕΚ Γ’ 154/9.8.1940) η κατανομή στα Οπλα έγινε ως εξής: 170 στο Πεζικό, 76 στο Πυροβολικό, 20 στο Ιππικό και 23 στο Μηχανικό. Οι τέσσερις αριστεύσαντες της Τάξης, που τοποθετήθηκαν πρώτοι στα Όπλα που επέλεξαν ήταν οι Δημήτριος Οπρόπουλος από τα Γιαννιτσά Πέλλας (Πεζικό), Κωνσταντίνος Διαμαντής από την Θεσσαλονίκη (Μηχανικό), Νικόλαος Μακαρέζος από τη Γραβιά Φθιώτιδας (Πυροβολικό) και Ευαγόρας Παπαθεοδώρου από την Κάτω Κλειτορία Αχαΐας (Ιππικό και αργότερα Τεθωρακισμένα).
Μετά την ορκωμοσία τους, οι ενθουσιώδεις απόφοιτοι δεν εγκατέλειψαν τα έδρανα της Σχολής επειδή αναγκάστηκαν να παρακολουθήσουν δύο ακόμα υποχρεωτικά μαθήματα ως ανώτερη εκπαίδευση: Χημικό Πόλεμο και Μετεωρολογία. «Το προηγούμενο βράδυ παίζαμε μαξιλαροπόλεμο. Είχαμε μεγάλο σύνδεσμο μεταξύ μας…Και όταν φτάσαμε στις 24 Σεπτεμβρίου, δίναμε εξετάσεις, πήραμε τα χαρτιά και γράφαμε εξετάσεις Μετεωρολογίας, μπαίνει ο Πετζόπουλος στην Αίθουσα Διασκεδάσεων που ήταν τεράστια και λέει: «Αφήστε τα γραπτά, δεν θέλουμε αποτελέσματα. Φεύγετε σε μισή ώρα. Η πατρίς εν κινδύνω!». Το τι έγινε εκεί μέσα στη Λέσχη, δεν περιγράφεται. Αρχίσαμε όλοι και φωνάζαμε «Πεζικό, πεζικό…». Αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Και λέει ο Πετζόπουλος: «Αυτό δε γίνεται γιατί έχετε μπει στα όπλα και σας περιμένουν. Όπως είναι το πεζικό, είναι και τα άλλα όπλα. Και θα πάτε εκεί που σας έταξε η τύχη σας» (Μαρτυρία Σταύρου Παππά). Αυτή η έμμεση ψυχολογική προετοιμασία δεν οφειλόταν παρά στο γεγονός πως η εξωτερική κατάσταση δεν ήταν ευοίωνη και πως η αναμέτρηση με τον Άξονα έμοιαζε αναπόφευκτη. Οι νεαροί ανθυπολοχαγοί δεν αγνοούσαν πως η εποχή τους, τους προετοίμαζε για πολεμικά πεπρωμένα: «Το 1937 δώσαμε εξετάσεις 3.000 άτομα γιατί η κυβέρνηση, από εκείνο το έτος είχε προβλέψει ότι θα γίνει ο πόλεμος και ειδικώς για την τάξη του ’40 είχε κανονίσει να βγουν 300 αξιωματικοί κι όχι 98 έως 105 που ήταν τα προηγούμενα χρόνια». Το βάρος της ιστορικής ευθύνης έγινε ακόμα πιο έντονο το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1940, όταν οι απόφοιτοι κατανεμήθηκαν ομοιόμορφα (ανά 50-60) στα πέντε σώματα του Ελληνικού Στρατού.
Μετά από ένα μήνα, ξεκίνησε και για την Ελλάδα η μεγάλη περιπέτεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα σκόρπιζε για πάντα τα αδέλφια-συμμαθητές. Εκείνο το παγωμένο ξημέρωμα, όταν τα ημερολόγια έδειχναν Δευτέρα 28 Οκτωβρίου και πριν ακόμα οι «φρέσκιοι» αξιωματικοί συνηθίσουν τις καινούριες τους στολές, ξεκινούσε μια σκοτεινή δοκιμασία που θα άλλαζε για πάντα τις ζωές τους και από την οποία πολλοί δεν θα επέστρεφαν ποτέ. Ήταν λίγο μετά τις 08.00 εκείνο το πρωί, όταν ο Σταύρος Παππάς, αγουροξυπνημένος από το συναγερμό, διέσχισε τροχάδην τη διαδρομή από το σπίτι του στην οδό Αιόλου μέχρι τους στρατώνες του Βασιλικού Κήπου όπου έδρευε η μονάδα του, το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Φρουράς Αθηνών. Εκεί, ο διοικητής του Συντάγματος, συνταγματάρχης Ανδρεάδης τον ονόμασε υπεύθυνο αξιωματικό επιστράτευσης και του ανέθεσε να οδηγήσει το 2ο Λόχο του 20ου –όπως θα ονομαζόταν εφεξής– Συντάγματος Πεζικού στο Αλβανικό Μέτωπο. Όπως και οι περισσότεροι συμμαθητές του, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Με την έναρξη του Πολέμου, ο Κωνσταντίνος Μπασακίδης (ΠΖ) από την Βρωμόβρυση Μεσσηνίας υπηρετούσε ήδη ως διμοιρίτης στον 1ο Λόχο Πολυβόλων του 15ου Συντάγματος και πολέμησε στην πρώτη γραμμή στο Καλπάκι και την Γκραμπάλα, προταθείς για τον Πολεμικό Σταυρό Γ’ Τάξεως.
Στη σφοδρή πολεμική αναμέτρηση του 1940-1941, η «πολεμική» τάξη του 1940 είχε το μεγαλύτερο μερίδιο σε ανδραγαθίες και νεκρούς από κάθε άλλη τάξη. Από τις 28 Οκτωβρίου έως τις 30 Απριλίου 1941, έπεσαν στη μάχη 30 ανθυπολοχαγοί, όλοι του πεζικού.
Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο έχασαν τη ζωή τους 26 συμμαθητές. Τον κατάλογο των θυμάτων άνοιξε πρώτος ο ανθυπολοχαγός Νικόλαος Χατζόπουλος που σκοτώθηκε στη Γκραμπάλα στις 7 Νοεμβρίου 1940 και ακολούθησαν οι Νικόλαος Ευθυμίου (5 ΣΠ, ύψωμα Λυκόμορο, 14 Νοεμβρίου 1940), Βενιζέλος Νίκας (Τσούφα Ράχη, 14 Νοεμβρίου 1940), Ηλίας Φοινινής (90 ΣΠ, ύψωμα Ιβάν, 15 Νοεμβρίου 1940), Εμμανουήλ Κουμπούλης (90 ΣΠ, Αλβανικό Μέτωπο, 17 Νοεμβρίου 1940), Ιωάννης Παπαγεώργης (Βήσσανη, 19 Νοεμβρίου 1940), Πέτρος Νάσης (36 ΣΠ, ύψωμα 669 Διάβαση Κακαβιάς, 2 Δεκεμβρίου 1940), Αντώνιος Νιώτης (29 ΣΠ, ύψωμα 1532 Πόγραδετς, 9 Δεκεμβρίου 1940), Δημήτριος Ραϊσης (34 ΣΠ, Πέστανη, 21 Δεκεμβρίου 1940) Γεώργιος Κοφινάς (34 ΣΠ, Πέστανη, 29 Δεκεμβρίου 1940), Ιωάννης Βαλάσης (28 ΣΠ, Μάλι-Τόπιανιτ, 7 Ιανουαρίου 1941), Νικόλαος Καρατζάς (3/40 Σ.Ε., Μάλι-Μάδι, 16 Ιανουαρίου 1941), Ιωάννης Αποστολόπουλος (52 ΣΠ, Τρεμπεσίνα, 21 Ιανουαρίου 1941), Πελοπίδας Ραφελέτος (3 ΣΠ, ύψωμα 1285 Κλεισούρας, 25 Ιανουαρίου 1941), Νικόλαος Αντωνάκος (36 ΣΠ, Τρεμπεσίνα, 26 Ιανουαρίου 1941), Παναγιώτης Μαλισσιόβας (3 ΣΠ, ύψωμα 1285 Κλεισούρας, 26 Ιανουαρίου 1941), Κωνσταντίνος Μπριλάκης (14 ΣΠ, ύψωμα Γκρόπα (1085) δυτικά Κλεισούρας, 29 Ιανουαρίου 1941), Αντώνιος Καραπατάκης (Αλβανικό Μέτωπο, Ιανουάριος 1941), Ευριπίδης Κονίδης και Ευστάθιος Σταυρίδης, αδελφικοί φίλοι και συμμαθητές που υπηρετούσαν στην ίδια μονάδα (5 ΣΠ) και σκοτώθηκαν και οι δύο στο ύψωμα 717 Μοναστέρο και μάλιστα την ίδια ημέρα (9 Φεβρουαρίου 1941), Αντώνιος Παρασκευάς (4Ιη Μονάδα, Μπουγάζ Σεφέρ Αγάιτ, Τεπελένι), 11 Φεβρουαρίου 1941), Θεόδωρος Ανεζίνης (43 ΣΠ, ύψωμα 1178, 13 Φεβρουαρίου 1941), Κωνσταντίνος Βλάχος (14 ΣΠ, αυχένας Μετζικόρανη, 18 Φεβρουαρίου 1941), Μενέλαος Σμυρνής (53 ΣΠ, ύψωμα Γκούρι Τοπίτ / 2148, 20 Φεβρουαρίου 1941), Θεόδωρος Κανδηλάπτης (28 ΣΠ, Αλβανικό Μέτωπο, 28 Φεβρουαρίου 1941), Κωνσταντίνος Βλαχιώτης (39 ΣΠ, Αλβανικό Μέτωπο, 12 Μαρτίου 1941).
Στους άτυχους συγκαταλέγονται οι Κωνσταντίνος Βούλης, Δημήτριος Κόκκας και Ευάγγελος Πρωτόπαππας που υπήρξαν θύματα  αεροπορικών βομβαρδισμών κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής. Οι δύο πρώτοι υπηρετούσαν στο 87ο ΣΠ και σκοτώθηκαν στην Οιχαλία Μεσσηνίας με διαφορά μίας ημέρας –26 και 27 Απριλίου 1941 αντίστοιχα– ενώ ο Πρωτόπαππας είχε σκοτωθεί στο βομβαρδισμό της Άρτας, μια βδομάδα νωρίτερα (19 Απριλίου). Ο μόνος της Τάξης που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς ήταν ο Άγγελος Βενετσάνος. Υπηρετώντας στο 23 ΣΠ, έπεσε σε μάχη στις 15 Απριλίου κοντά στη λίμνη της Καστοριάς.

  
ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

            Η κατάρρευση του Μετώπου και η κατάληψη της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα ήταν η πρώτη πικρή γεύση μιας ήττας, που μετά το Επος της Αλβανίας δύσκολα μπορούσε να γίνει ανεκτή. Θέλοντας να αποκαταστήσει συμβολικά τους Έλληνες αξιωματικούς (αλλά και να εμποδίσει τη φυγή τους στη Μέση Ανατολή ή την προσχώρησή τους σε αντιστασιακές οργανώσεις), η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου έδωσε προτεραιότητα στην υλική και ηθική αναγνώριση των πολεμιστών του 1940-41. Αποτελώντας ουσιαστικά ένα «στρατιωτικό» κυβερνητικό σχήμα (έξι από τους εννέα υπουργούς ήταν ανώτεροι εν ενεργεία στρατιωτικοί), ο Τσολάκογλου  διατήρησε σε λειτουργία τις περισσότερες μη μάχιμες στρατιωτικές υπηρεσίες (Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Εφορία Υλικού Πολέμου, Φρουραρχεία, ΑΣΔΕΝ κ.ά.), μισθοδοτούσε κανονικά τους αξιωματικούς, τους οποίους τοποθέτησε μαζικά σε επιτροπές διανομής τροφίμων, υπουργεία, αγορανομικές υπηρεσίες και τους επέτρεψε να εισάγονται στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο, χωρίς εξετάσεις.
Οι παροχές αυτές ήταν υπερβολικά ελκυστικές μέσα στον εφιάλτη της πείνας και της αβεβαιότητας που κυριαρχούσε στην κατεχόμενη Ελλάδα, ωστόσο πολύ μεγάλος αριθμός αξιωματικών δεν σκέφτονταν παρά να συνεχίσουν τον πόλεμο με κάθε δυνατό μέσο. Η διαφυγή από την κατεχόμενη χώρα και η άφιξη στην Αίγυπτο όπου είχε καταφύγει η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού, ήταν η πρώτη σκέψη της συντριπτικής πλειοψηφίας, ειδικά εκείνων που είχαν πρωταγωνιστήσει στις μάχες του μετώπου ως διμοιρίτες ή λοχαγοί, όπως η Τάξη του ’40. Από το 1942, όταν συστηματοποιήθηκαν τα δίκτυα διαφυγής, καΐκια ιδιωτών ή διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων και κατασκοπευτικών δικτύων παραλάμβαναν τους μυημένους από την παραλία του  Αγίου Ανδρέα στην ανατολική ακτή της Αττικής ή από τις νοτιανατολικές ακτές της Εύβοιας και τους διαπεραίωναν στον Τσεσμέ. Ο Σταύρος Βαρνάβας και ο Σπυρίδων Μπάνος ήταν από τους πλέον άτυχους της Τάξης, καθώς συνελήφθησαν από τους Ιταλούς ως ύποπτοι και μαζί με εκατοντάδες άλλους Έλληνες αξιωματικούς εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο ιταλικό έδαφος. Τελικά, περισσότεροι από 100 κατόρθωσαν να φτάσουν στη Μέση Ανατολή και να ενταχθούν στον Βασιλικό Ελληνικό Στρατό Μέσης Ανατολής (ΒΕΣΜΑ), ανάμεσά τους οι Εμμανουήλ Μπρεδάκης, Γεώργιος Βαγενάς, Νικόλαος Μαργαρίτης, Κωνσταντίνος Θεολογίτης, Χρήστος Σουραβλάς, Κωνσταντίνος Τζανετής, Λέων Δόστης, Ιωάννης Λαδάς, Αντώνιος Δέδες, Κωνσταντίνος Κόντος, Ανδρέας Γιαννέτσος, Κωνσταντίνος Αρσένης, Ιωάννης Ράπτης, Κωνσταντίνος Βερμισσώ, Μενέλαος Πάνου και πολλοί ακόμα που  ακολούθησαν την νικηφόρα διαδρομή των ελληνικών όπλων από τα στρατόπεδα της Παλαιστίνης και το Ελ Αλαμέιν μέχρι το Ρίμινι και τον Ρουβίκωνα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έφεραν όλοι το βαθμό του υπολοχαγού, καθώς οι αναδρομικές προαγωγές είχαν κατοχυρωθεί με νομοθέτημα της εξόριστης κυβέρνησης.    
Τρεις δεν επέστρεψαν στην Ελλάδα. Πρώτος, ο ανθυπίλαρχος (ΙΠ) Νικόλαος Μαργαρίτης που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα κοντά στην Αλεξάνδρεια στις 4 Οκτωβρίου 1942, πριν το «μεγάλο ραντεβού» της Ι Ταξιαρχίας στο Ελ Αλαμέιν. Δεύτερος, ο Εμμανουήλ Μπρεδάκης (ΠΖ) ο οποίος έχασε τη ζωή του κάπου στο Αιγαίο τον Μάρτιο του 1943, όταν η βενζινάκατος στην οποία επέβαινε, προσέκρουσε σε νάρκη. Ήταν δραστήριο μέλος βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών και είχε ήδη στο ενεργητικό του αρκετές επιχειρήσεις δολιοφθοράς και δολοφονίες Γερμανών αξιωματικών. Τρίτος, ο Ιωάννης Ράπτης, που υπηρετούσε ως παρατηρητής στην Δ’ Πυροβολαρχία του 1ου Συντάγματος Πυροβολικού της ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας με το βαθμό του υπολοχαγού (ΠΒ), σκοτώθηκε στη Μάχη του Ρίμινι, στις 20 Σεπτεμβρίου 1944. Για τον θάνατό του –και για τις μάχες στο Ρίμινι– o συμμαθητής του, Γεώργιος Βαγενάς, που επίσης υπηρετούσε στο Σύνταγμα Πυροβολικού της ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας, αφηγήθηκε στον γράφοντα: «Οι παρατηρητές είχαν δύσκολη αποστολή, ήταν οι πιο εκτεθειμένοι. Και εμείς φωνάζαμε γιατί θέλαμε κι εμείς να πάμε μπροστά, στον κίνδυνο. Οπότε, η διοίκηση του Συντάγματος (Μανιδάκης και Κατσώτας) μας έστειλαν κι εμάς μπροστά, σαν παρατηρητές και έστειλαν τους διοικητές των πυροβολαρχιών πίσω, στα πυροβόλα. Εγώ είχα σκαρφαλώσει στο επάνω μέρος μιας φάρμας που ήταν το παρατηρητήριο, τελείως στην πρώτη γραμμή. Σήκωνα προς την πλευρά του εχθρού τη διόπτρα, χωρίς να αποκαλύπτομαι, και τους έβλεπα: έναν Γερμανό ανθυπασπιστή και τους στρατιώτες του σε ένα υψωματάκι. Και προσπαθούσα να τους πετύχω με τα κανόνια. Ο Γιάννης πήγε κι αυτός στο δικό του παρατηρητήριο, σε μια απόσταση 5-6 χιλιομέτρων από την πρώτη γραμμή. Εκεί που βάδιζε, ήταν ένα χωράφι γυμνό από δέντρα ή άλλη κάλυψη. Κι αντί να πάει λιγάκι καλυμμένος προς το παρατηρητήριο, δεν πρόσεξε και εκτέθηκε. Από απέναντι ένας πολυβολητής Γερμανός που τον είδε με τα κυάλια, τράβηξε μια ριπή και τον σκότωσε. Κι έμεινε εκεί, στη μέση του χωραφιού…». Ο τάφος του Ιωάννη Ράπτη βρίσκεται σήμερα στο Ρίμινι, δίπλα στους τάφους των υπόλοιπων 115 Ελλήνων συμπολεμιστών του. 

ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

            Πολλοί από τους αξιωματικούς οι οποίοι δεν θέλησαν ή δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή, πήραν την απόφαση να συνεχίσουν να μάχονται τον Άξονα μέσα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα 1941-1944 δεν θα μπορούσαν να απουσιάσουν οι νεαροί ανθυπολοχαγοί του 1940. Αν και δε μπορούμε να είμαστε ακριβείς, περίπου 70-80 προσέφεραν την τεχνογνωσία και τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες στην Αντίσταση, εντασσόμενοι σε διάφορα αντιστασιακά σχήματα, από τις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών έως το αριστερό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Εκείνοι που πραγματικά είχαν ξεχωριστή δράση, ήταν όσοι πλαισίωσαν τα διάφορα αντάρτικα τμήματα, που από τις αρχές του 1943 έκαναν δυναμικά την εμφάνισή τους σε όλη την επικράτεια. Η μεγάλη ανάγκη των οργανώσεων για μόνιμους αξιωματικούς με πολεμική εμπειρία, συναντήθηκε με την γνήσια διάθεση των τελευταίων για ένοπλη δράση, με αποτέλεσμα η Τάξη του 1940 να υπερεκπροσωπείται στο Αντάρτικο, και μάλιστα στον «Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ)» τον οποίον –σημειωτέον– οι περισσότεροι εν ενεργεία στρατιωτικοί εκείνης της εποχής απέφευγαν ως «κομμουνιστικό». Οι πρωτοπόροι αντάρτες της Τάξης ήταν ο Θεόδωρος Ζαλοκώστας (ΠΖ) από τα Θεοδώριανα Άρτας ο οποίος ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής του Υπαρχηγείου Τζουμέρκων του ΕΛΑΣ και ο Σπύρος Φραγκινέας (ΠΒ), στρατιωτικός διοικητής του Υπαρχηγείου Πηλίου του ΕΛΑΣ που σχεδίασε την εξόντωση της ιταλικής φρουράς της Τσαγκαράδας (Μάρτιος 1943). Το παράδειγμά τους ακολούθησαν περίπου 30 συμμαθητές τους οι οποίοι θεώρησαν τον ΕΛΑΣ ιδανική ευκαιρία για πολεμική δράση: Αριστείδης Μπλούτσος (ΠΒ), Πέτρος Κονδυλάκης (ΠΖ), Απόστολος Κοκμάδης (ΠΒ), Κώστας Κοντός (ΙΠ), Ελευθέριος Φουντουλάκης (ΠΒ), Ιωάννης Καλλιάνης (ΠΒ), Σωτήρης Τσιτσιπής (ΜΧ), Αριστείδης Λαδιάς (ΠΖ), Κωνσταντίνος Μπασακίδης (ΠΖ), Νικόλαος Τερζόγλου (ΠΖ), Στέφανος Άρχος (ΜΧ), Χρήστος Στεφόπουλος (ΠΒ), Γεώργιος Αγραφιώτης (ΠΖ), Βασίλειος Πουλάς (ΠΖ), Νικόλαος Μέλλιος (ΙΠ) κ.ά. Αν και ο ΕΛΑΣ δεν ακολουθούσε απόλυτα τη στρατιωτική ιεραρχία ούτε κατένειμε τους διοικητές με αυστηρά στρατιωτικά κριτήρια, η επιτακτική ανάγκη που υπήρχε για αξιωματικούς είχε σαν αποτέλεσμα  όλοι σχεδόν οι νεαροί ανθυπολοχαγοί να αναλάβουν διοικήσεις τμημάτων, από λόχο μέχρι σύνταγμα και να αναπτύξουν αντίστοιχη πολεμική δραστηριότητα. Ο Αριστείδης Λαδιάς από το Μεσενικόλα Καρδίτσας εξήλθε νωρίς (Μάρτιος 1943) στα βουνά της Δυτικής Θεσσαλίας σαν απλός αντάρτης, αναδείχθηκε σε ομαδάρχη, λοχαγό και τελικά ανέλαβε καπετάνιος του 52ου Συντάγματος στην περιοχή του Δομοκού. Τραυματίστηκε σοβαρά στη Μάχη του Λιανοκλαδίου (2.8.1944) πολεμώντας εναντίον ενός λόχου του 7ου Συντάγματος Γρεναδιέρων των SS. Ο συμμαθητής του, Απόστολος Κοκμάδης από την Ξάνθη είχε μια ανάλογη πορεία, που ξεκίνησε ωστόσο εντελώς τυχαία. Συνελήφθη τον Οκτώβριο του 1943 από αντάρτες του ΕΛΑΣ στην Πάρνηθα ενώ αναζητούσε τρόπο να συγκροτήσει δική του αντάρτικη μονάδα η να συναντήσει τμήματα του ΕΔΕΣ, προσχώρησε όμως αμέσως στον ΕΛΑΣ και τοποθετήθηκε διοικητής του 2ου Λόχου του Ι/34 Τάγματος Αττικής. Ο Λόχος παρέμενε μόνιμα στην Πάρνηθα και διέθετε περισσότερους από 500 μόνιμους και εφεδρικούς αντάρτες που μπορούσαν να σπεύσουν από όλα τα χωριά της Αττικής για τις επιχειρήσεις εναντίον Γερμανών και Ταγμάτων Ασφαλείας. Ο Χρήστος Στεφόπουλος με ψευδώνυμο «Κίτσος» οργάνωσε το πυροβολικό της ΧΙΙΙ Μεραρχίας Στερεάς Ελλάδας με βάση τα πυροβόλα των 75χλστ. που έπεσαν στα χέρια των ανταρτών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση. Ο Σωτήρης Τσιτσιπής με ψευδώνυμο «Λοκρός» από την Αμφίκλεια, ήδη προταθείς για παρασημοφόρηση ως ανθυπολοχαγός μηχανικού στο αλβανικό μέτωπο, εξελίχθηκε από ομαδάρχης σε διοικητής τάγματος στη Λοκρίδα, με σημαντικές επιτυχίες εναντίον των Γερμανών. Στη Μάχη των Θερμοπυλών (21.9.1943), ο λόχος του ΙΙ/36 Τάγματος τον οποίο διοικούσε προκάλεσε σημαντικές απώλειες στους Γερμανούς. Όπως αφηγήθηκε έναν χρόνο αργότερα ο ίδιος: «Έκανα τη διάταξη των τμημάτων γρήγορα και τοποθετούσα την ομάδα της ΕΠΟΝ στο κεντρικό ύψωμα, καθώς εκείνη τη στιγμή, ώρα 9.20, η διμοιρία Ρουμελιώτη έτρεχε να προλάβει το αριστερό δεσπόζον ύψωμα. Οι Γερμανοί μας χτύπησαν εκείνη τη στιγμή, πρώτα την ΕΠΟΝ και τη διμοιρία Ρουμελιώτη. Αμέσως απαντήσαμε στα πυρά. Στα πρώτα λεπτά σκοτώνεται ένας ΕΠΟΝίτης που κρατούσε οπλοπολυβόλο. Ένας δεύτερος τραυματίζεται στο λαιμό. Τρεις αντάρτες της 1ης διμοιρίας τραυματίζονται σοβαρά και ξεψυχούν και δύο τραυματίζονται ελαφρότερα…Με χειροβομβίδες, ο Λιβανατέος, ο Ξηροβουνιώτης (Γιάννης Τσιτσιπής) και άλλα παλικάρια ξεμπήγουν τους Γερμανούς από το ύψωμα…». Παρά τη χρήση πυροβολικού, οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να κάμψουν την άμυνα των ανταρτών και ο «Λοκρός» προτάθηκε για το Αριστείο του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα που απένειμε το ΓΣ του ΕΛΑΣ.
Ανάλογο αριθμό ανθυπολοχαγών είχαν και οι άλλες αντάρτικες οργανώσεις. Στις «Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ)» του Ναπολέοντα Ζέρβα, ο οποίος είχε προσελκύσει πολλούς αξιωματικούς., βρέθηκαν οι Αντώνιος Τσικούρας (ΜΧ), Απόστολος Στεργιόπουλος (ΠΖ), Απόστολος Μπονώτης (ΠΖ), Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΠΖ), Γεώργιος Ντενίσης (ΠΖ) κ.ά. Στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του συνταγματάρχη Δημήτριου Ψαρρού που έδρασε στην Παρνασσίδα, έκριναν ταιριαστό να υπηρετήσουν τρεις ρουμελιώτες συμμαθητές, οι Θεόδωρος Καλλικάντζαρος (ΠΖ) από τη Λαμία, Νικόλαος Μακαρέζος (ΠΒ) από τη Γραβιά και Σωτήρης Κοκκόρης (ΠΒ) από τους Άγιους Πάντες Φωκίδας.
Η αιμάτινη σπονδή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα δεν ήταν αμελητέα. Στις 21 Ιουνίου 1943, πέντε μέλη κατασκοπευτικών δικτύων εκτελούνταν από τους Γερμανούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ένας από αυτούς ήταν και ο ανθυπολοχαγός (ΠΒ) Ιωάννης Βαρσόπουλος από την Κόρινθο, δραστήριο μέλος του δικτύου «Προμηθέας ΙΙ» και συνεργάτης της Λέλας Καραγιάννη. Δύο βδομάδες αργότερα (5 Ιουλίου 1943) ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΠΖ) από την Αθήνα έπεφτε μαχόμενος εναντίον των Ιταλών στη γέφυρα του Αχελώου, ως διοικητής λόχου στο Αρχηγείο Βάλτου των ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ. Ο τρίτος συμμαθητής που θυσιάστηκε πολεμώντας τους κατακτητές ήταν ο Απόστολος Στεργιόπουλος (ΠΖ) που υπηρετούσε στον ΕΔΕΣ και είχε προβιβαστεί σε υπολοχαγό, σύμφωνα με το πρότυπο των στρατιωτικών προαγωγών ανά τριετία που ακολουθούσε ο ΕΔΕΣ. Σκοτώθηκε στις σκληρές μάχες που έδωσε η μονάδα του –το 3/40 Σύνταγμα των ΕΟΕΑ με διοικητή τον ίλαρχο Γεώργιο Αγόρο (Τάξη 1929)– εναντίον των υποχωρούντων Γερμανών στα υψώματα της Παραμυθιάς, στις 17 Σεπτεμβρίου 1944. Ήταν το τριακοστό πέμπτο και τελευταίο θύμα της Τάξης στον πόλεμο εναντίον του Άξονα. Κατά σύμπτωση, την ίδια ακριβώς μέρα, στη φονική μάχη του Μελιγαλά (17.9.1944), την τρίτη και τελευταία επίθεση στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας οδηγούσαν δύο αδελφικοί φίλοι, συμμαθητές στην ΣΣΕ και τώρα λοχαγοί στο 9ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, οι Κωνσταντίνος Μπασακίδης (ΠΖ) και Ιωάννης Διακουμογιαννόπουλος (ΠΒ). Στην τελική έφοδο, ο Μπασακίδης φώναξε στον φίλο του να προφυλάσσεται από τα πυρά, οπότε ο Διακουμογιαννόπουλος απάντησε: «Γιατί ρε Μπασακίδη, μόνο εσύ είσαι παλικάρι;!». Λίγο αργότερα έπεφτε νεκρός από τα πυρά των ταγματασφαλιτών, ανάμεσα στους οποίους και κάποιοι συμμαθητές του. Ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν ήδη στην κορύφωσή του.

 
ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΣΠΑΡΑΓΜΟΥ

            Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη «φουρνιά» ευέλπιδων, η Τάξη του 1940 ενεπλάκη έμπρακτα στις πολύμορφες και σφοδρότατες εμφύλιες συγκρούσεις που ταλάνισαν την χώρα από το 1943 έως το 1949. Οι ραγδαίες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις της Κατοχής που διαμόρφωσαν χάσματα και συμπαγή ιδεολογικά στρατόπεδα δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο το σώμα των Ελλήνων αξιωματικών, με αποτέλεσμα ο εμφύλιος, τόσο στην πρώτη του φάση (1943-1944 και Δεκεμβριανά), όσο και στη δεύτερη (1946-1949) να καταλύσει με απόλυτο τρόπο τους αδελφικούς δεσμούς που είχαν αναπτυχθεί στα θρανία της Σχολής Ευελπίδων. Στον εμφύλιο που ξέσπασε πριν την Απελευθέρωση της χώρας,  οι επιλογές που είχε μπροστά του ένας αξιωματικός ο οποίος δεν ήθελε να αναμιχθεί στην ενεργό Αντίσταση ήταν λιγοστές. Μετά την αλματώδη αύξηση της επιρροής του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις πρώτες ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις που ενεργοποίησαν τα υπάρχοντα αντικομμουνιστικά ένστικτα, συγκροτήθηκε ένα συμπαγές ιδεολογικά αντίπαλο δέος που βασιζόταν στην ανάγκη προάσπισης του «νόμου και της τάξης». Στο πολύμορφο αντιεαμικό στρατόπεδο, οι αξιωματικοί –συμπεριλαμβανομένων πολλών συμμαθητών του Αυγούστου 1940– ήταν φυσικό να συμμετέχουν ενεργά, αν όχι να πρωταγωνιστούν. Με δεδομένο τον συντηρητισμό με τον οποίον είχαν διαποτιστεί στη Σχολή Ευελπίδων, την απουσία ιδεολογικών προτιμήσεων και την δικαιολογημένη (ή όχι) οργή για πράξεις των κομμουνιστών, δεν ήταν λίγοι αυτοί που βρέθηκαν να υπηρετούν στα Τάγματα Ασφαλείας, σε οργανώσεις που συγκροτήθηκαν απευθείας από τους Γερμανούς (ΕΕΣ) ή είχαν διολισθήσει στη συνεργασία με αυτούς (ΠΑΟ) και σε αντικομμουνιστικές ομάδες (Χ), μπαίνοντας με αυτό τον τρόπο ακόμα περισσότερο στο στόχαστρο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Το πρώτο πεδίο μάχης του κατοχικού εμφυλίου ήταν η Πελοπόννησος. Από τις αρχές του 1943, οι περισσότεροι Πελοποννήσιοι αξιωματικοί είχαν συνδεθεί με έναν αντιστασιακό όμιλο αξιωματικών υπό τον τίτλο «Ελληνικός Στρατός (ΕΣ), και επικεφαλής τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Γιαννακόπουλο, τον ίλαρχο Τηλέμαχο Βρεττάκο, και τους λοχαγούς Σταύρο Νικολόπουλο και Χρήστο Καραχάλιο και στενή επαφή με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ). Η έντονη ανάγκη συσπείρωσης για ανάληψη δράσης είχε συσπειρώσει την πλειοψηφία των αξιωματικών σε κεντρική, δυτική και νότια Πελοπόννησο, προτού οι ενδοαντιστασιακές διαμάχες θολώσουν το τοπίο. Μεταξύ των 120 περίπου μόνιμων αξιωματικών που επιχειρούσαν μέσω τους ΕΣ να συγκροτήσουν «εθνικό» αντάρτικο βρέθηκαν κάποια στιγμή και οι συμμαθητές Ιωάννης Λαδάς, Ανδρέας Μπόμπος, Τρύφων Αποστολόπουλος, Νικόλαος Μέλιος, Στέφανος Άρχος, Κωνσταντίνος Μπασακίδης, Ιωάννης Κοτσώνης, Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος κ.ά. Οι ομάδες του ΕΣ δεν ανέπτυξαν εθνικοαπελευθερωτική δράση, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων με τον ΕΛΑΣ που ξεκίνησαν τον Αύγουστο και κατέληξαν τον Οκτώβριο του 1943 στη διάλυση της οργάνωσης. Σε μια από τις πολλές συμπλοκές αντιστασιακών, καταγράφηκε και το τρίτο θύμα της Τάξης στην κατεχόμενη Ελλάδα (είχαν προηγηθεί, όπως είδαμε, οι Βαρσόπουλος και Κωνσταντίνου): Ο Ιωάννης Καλλιάνης (ΠΖ) από την Καλαμάτα, ένας από τους λίγους συμμαθητές που υπηρετούσε ήδη συνειδητά στον ΕΛΑΣ Μεσσηνίας, σκοτώθηκε σε συμπλοκή στις 17 Αυγούστου 1943 στις Πηγές Αλαγωνίας. Οι εμφύλιες διαμάχες οδήγησαν τους περισσότερους αξιωματικούς να αδρανήσουν, να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή ή να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας, ενώ ορισμένοι επέλεξαν να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των «κομμουνιστών», με την θέλησή τους ή εξαναγκαζόμενοι. Στην κατηγορία όσων εντάχθηκαν οικειοθελώς στον ΕΛΑΣ ανήκουν οι Άρχος, Μέλιος και Μπασακίδης που αργότερα ανέπτυξαν θεαματική δράση στον ΕΛΑΣ, ως διμοιρίτες και λοχαγοί, ο πρώτος στο 6ο Σύνταγμα Κορίνθου, οι δύο τελευταίοι στο 9ο Σύνταγμα Μεσσηνίας, όπως είδαμε και παραπάνω. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει ο συμμαθητής τους, Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος (ΠΖ) από την Κάτω Γουμένισα Καλαβρύτων που σχεδόν εκβιάστηκε να ακολουθήσει τους αντάρτες. Όπως γράφει ο ίδιος στην απολογητική μεταπολεμική έκθεσή του προς το Συμβούλιο Στρατιωτικών (1945): «Κατόπιν της πιέσεως ταύτης ηναγκάσθην να ακολουθήσω. Ουδεμίαν υπηρεσίαν μου ανέθεσεν, ούτε διοίκησιν, παρακολουθούμενος και ονειδιζόμενος υπό των κομμουνιστών […] Ενέργειά μου ήτο η εξεύρεσις τρόπου αποχωρήσεως εκ του καρκινώματος τούτου […] Εις τον ΕΛΑΣ υπηρέτησα από 17 Ιουνίου 1943 μέχρι 10 Οκτωβρίου 1943. Από 10 Οκτωβρίου 1943 μέχρι 30 Ιουλίου 1944 παρέμεινα εις το χωρίον μου προσποιούμενος τον πάσχοντα εκ πλευρίτιδος μη αναμιγνυόμενος ουδαμού εις τας κομμουνιστικάς των οργανώσεις».
Μια ξεχωριστή κατηγορία συνιστούν οι ολιγάριθμες περιπτώσεις συμμετοχής στα Τάγματα Ασφαλείας. Εκεί εντάχθηκαν τόσο εκείνοι που δεν είχαν εξαρχής ιδεολογικές ανησυχίες ούτε διάθεση να αναμιχθούν στην Αντίσταση, όσο και αυτοί που θεωρούσαν τον αντικομμουνιστικό αγώνα ως πρώτη προτεραιότητα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς που κλήθηκαν τον Ιούνιο του 1943 από την κατοχική κυβέρνηση Ράλλη να υπηρετήσουν στα Τάγματα Ευζώνων (το επίσημο στρατιωτικό σώμα που συγκρότησε το δοσιλογικό κράτος των Αθηνών), βρέθηκαν οι τρεις Αθηναίοι συμμαθητές Βασίλειος Παππάς, Σταύρος Παππάς και Ιωάννης Κοκοτός –όλοι του πεζικού –οι οποίοι μέχρι την Απελευθέρωση θα συμμετάσχουν σε όλες τις αιματηρές επιδρομές και τα μπλόκα στις συνοικίες της Αθήνας, σε συνεργασία με τους Γερμανούς. Στα Τάγματα Ασφαλείας Εύβοιας (Ι Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων με έδρα την Χαλκίδα) υπηρέτησε ως διοικητής λόχου στην περιοχή των Ψαχνών, ο Κωνσταντίνος Μπιμπλής (ΠΖ) από την Κάρυστο. Στην Πελοπόννησο η συμμετοχή ήταν αναλογικά μεγαλύτερη, αν και δεν διαθέτουμε άλλα ονόματα, πλην του Ιωάννη Κοτσώνη (ΠΖ) από τη Σκούρα Λακωνίας. Στο Τάγμα Ασφαλείας Ναυπάκτου που συγκροτήθηκε τον Ιούνιο του 1944 με διοικητή τον ταγματάρχη Γεώργιο Καπετσώνη βρέθηκε να υπηρετεί και ο Σωτήρης Κοκκόρης (ΠΒ), ένας από τους επιζώντες της διάλυσης του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, που κατετάγησαν στα Τάγματα αναζητώντας εκδίκηση από τους κομμουνιστές. Το τέλος του Κόκκορη ήταν άδοξο: Σκοτώθηκε από νάρκη στο στρατόπεδο του Αράξου στην Πάτρα (9.10.1944), όπου είχε καταφύγει το Τάγμα έπειτα από συμφωνία με τον ΕΛΑΣ.
  Από τους συνολικά 20 συμμαθητές που σκοτώθηκαν το διάστημα 1 Μαΐου 1941 μέχρι 31 Ιανουαρίου 1945, οι 13 χάθηκαν από ελληνικά χέρια και ήταν κυρίως θύματα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Εξαιτίας της πολυπλοκότητας των κατοχικών γεγονότων (και της ποικιλομορφίας των προς καταγραφή περιπτώσεων) είναι αδύνατος ο ακριβής προσδιορισμός της «ενοχής» που προσήπτε το ΕΑΜ σε κάθε περίπτωση και μπορούμε να περιοριστούμε στη διαπίστωση πως, ορισμένες φορές, η ιδιότητα του αξιωματικού αποτελούσε από μόνη της επιβαρυντικό στοιχείο.
Σύμφωνα με τα αρχεία του στρατού, ο υπολοχαγός (ΠΒ) Σπυρίδων Δασκαλάκης από το Ρέθυμνο συνελήφθη και εκτελέστηκε από «αναρχικούς» τον Αύγουστο του 1944 στην Ιερισσό της Χαλκιδικής. Ο Δασκαλάκης δεν ανήκε ούτε στα Τάγματα Ασφαλείας ούτε σε κάποια από τις ένοπλες (δοσιλογικές ή μη) οργανώσεις της Μακεδονίας. Υπηρετούσε στη Μέση Ανατολή, ανήκε σε κλιμάκιο βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών και είχε αποβιβαστεί μυστικά στην Χαλκιδική. Συνελήφθη και εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ της περιοχής ως "κατάσκοπος", πράγμα που τον κατατάσσει αυτόματα σε μια από τις πιο τραγικές περιπτώσεις της Τάξης. Την ίδια τύχη είχε και ο Ανδρέας Μπόμπος (ΠΖ) από το Άργος που εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στο Πόρτο Χέλι της Αργολίδας τον Ιανουάριο του 1944 και για τον οποίον δεν διαθέτουμε περισσότερο συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο υπολοχαγός (ΠΖ) Απόστολος Αποστολίδης από την Δράμα, που υπηρετούσε σε Βρετανική υπηρεσία πληροφοριών, ήταν ένα από τα πολλά θύματα της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης τις παραμονές της Απελευθέρωσης. Στις 12 Οκτωβρίου 1944, μια ομάδα ενόπλων τον απήγαγε από το σπίτι του και τον οδήγησε για εκτέλεση στη συνοικία της Νεάπολης. Ο νεαρός αξιωματικός πρόβαλλε αντίσταση και επιχείρησε να διαφύγει αλλά δέχθηκε πολλές σφαίρες από τους εκτελεστές του, ενώ, σύμφωνα με μια μαρτυρία, το πτώμα του ανακαλύφθηκε αρκετούς μήνες αργότερα και μάλιστα ακέφαλο. Ο υπολοχαγός Δημήτρης Αστέρης (ΠΒ) από την Τρίπολη ήταν το τρίτο κατά σειρά θύμα. Όντας ενεργό μέλος της εθνικιστικής «Χ», εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ τη δεύτερη μέρα των Δεκεμβριανών, αφού συνελήφθη αιχμάλωτος μετά την φονική Μάχη του Θησείου (4.12.1944), ενώ μαχόταν επικεφαλής ενός εκ των φυλακίων της οργάνωσης κοντά στο Αστεροσκοπείο. Την επόμενη μέρα, ο Θεόδωρος Καλλικάντζαρος (ΠΖ), από τους γενναιότερους αξιωματικούς του αντάρτικου 5/42 Συντάγματος, έβρισκε τραγικό τέλος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Χωρίς να έχει ανάμιξη σε ένοπλες οργανώσεις στην Αθήνα, αφότου είχε διαφύγει των εμφύλιων συγκρούσεων στη Ρούμελη, έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ ο οποίος τον είχε προγράψει συνδέοντας τον με τον επίσης προγραμμένο λοχαγό και συνεργάτη του Ψαρρού, Ευθύμιο Δεδούση. Τον κατάλογο των εκτελεσμένων συμπληρώνει ο Δημήτριος Μαγκανάρης (ΙΠ) από την Αθήνα που θανατώθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες από την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ στις Τρεις Γέφυρες. Από τις σφαίρες του ΕΛΑΣ στην Αθήνα έπεσε και ο Ιωάννης Παπαϊωάννου από τη Νιγρίτα, επίσης αξιωματικός του Ιππικού, που υπηρετούσε στην 505 Μονάδα. Ο θάνατός του, στις 2 Ιανουαρίου 1945, λίγες ημέρες πριν την ανακωχή των Δεκεμβριανών, συνέπιπτε με το κλείσιμο μιας τραγικής περιόδου της νεώτερης ελληνικής ιστορίας και το άνοιγμα μιας ακόμη τραγικότερης. 
Στις φονικές μάχες του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) χάθηκαν 15 απόφοιτοι της ΣΣΕ της Τάξης του 1940, με το βαθμό του λοχαγού, δηλαδή οι μισοί από όσους είχαν σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο. Πρώτος στον μακρύ κατάλογο, ο Ευάγγελος Κόζαρης από την Φλώρινα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τον ΔΣΕ στη Μάχη του Κορύμβου Έβρου, δικάστηκε από Ανταρτοδικείο και εκτελέστηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1946. Ο Ιωάννης Κασάς από την Καλαμάτα απεβίωσε στις 18 Μαΐου 1947 ενώ ανάρρωνε από τα τραύματα που είχε λάβει σε πρόσφατες μάχες. Ο Χαρίλαος Στοφόρος (611 ΤΠ) από την Ενορία Εύβοιας εξαφανίστηκε μετά από συμπλοκή στην Πόβλα Μουργκάνας στις 5 Μαρτίου 1948 και έκτοτε φέρεται ως αγνοούμενος. Ο Ευάγγελος Πασσιάς (516 ΤΠ) από τα Λαγκάδια Αρκαδίας σκοτώθηκε από νάρκη στον Εξαπλάτανο Αλμωπίας στις 22 Απριλίου 1948. Ο Χρήστος Σουραβλάς (ΠΒ) από τα Χάλια Βοιωτίας τραυματίστηκε θανάσιμα στις 25 Μαΐου 1948 ως διοικητής πυροβολαρχίας του 108 Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού (ΣΠΠ). Ο Ελευθέριος Καρατζάς (628 ΤΠ) από την Αθήνα, απεβίωσε στο 406 Στρατιωτικό Νοσοκομείο εξαιτίας πολεμικών τραυμάτων, τον Ιούνιο του 1948. Στις μάχες του Γράμμου (5.8.1948) σκοτώθηκε ο Ιωάννης Κοκοτός (563 ΤΠ) ενώ τρεις ημέρες αργότερα, έχανε τη ζωή του σε δυστύχημα στην περιοχή της Καλαμπάκας ο φίλος του, Βασίλειος Παππάς (ΠΖ) του 930 ΚΔΣ. Τον ίδιο μήνα, ο Αναστάσιος Ζαφείρης (614 ΤΠ) από την Πυρσόγιανη Ιωαννίνων, έπεφτε στις μάχες του Βίτσι (29.8.1948) ενώ λίγο αργότερα, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου ή Λαχανάς (ΠΒ) χανόταν στη Βελίκα Μουργκάνας (12.9.1948). Ο Σπυρίδων Τρικαλιώτης από την Αθήνα απεβίωσε από τα τραύματά του στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο τον Φεβρουάριο του 1949. Ο Βασίλειος Μανωλάκος (625 ΤΠ) φονεύθηκε στα υψώματα της Σκουληκαριάς Άρτας στις 26 Μαρτίου 1949. Ο Γιώργος Καραγιάννης (ΠΖ) από το Ηράκλειο που υπηρετούσε στην Α’ Μοίρα Καταδρομών (ΛΟΚ) σκοτώθηκε στο Γραμμένο Ιωαννίνων στις 10 Μαΐου 1949. Θύμα του Εμφυλίου πρέπει να θεωρείται και ο Αλέξανδρος Καπόπουλος από τους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις 26 Ιουνίου 1949, στον τομέα της ΙΧ Μεραρχίας, κοντά στην Καστοριά. Ο Νικόλαος Λαγοπάτης (Τ/Θ) ήταν το τελευταίο θύμα του εμφύλιου σπαραγμού. Σκοτώθηκε με το βαθμό του επιλάρχου στις 4 Ιουλίου 1949, κάπου στη Δυτική Μακεδονία. Στατιστικά, οι 15 συνολικά απώλειες της Τάξης στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση στα έτσι κι αλλιώς υψηλά ποσοστά θνησιμότητας των αξιωματικών την περίοδο 1946-1949.
Στη λίστα των νεκρών του Εθνικού Στρατού θα πρέπει να προσθέσουμε και τα ονόματα των συμμαθητών τους που σκοτώθηκαν πολεμώντας στην άλλη πλευρά του λόφου. Γνωρίζουμε πως στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), τις αντάρτικες ομάδες του ΚΚΕ, είχαν ενταχθεί οι Απόστολος Κοκμάδης, Κωνσταντίνος Ροζάκης, Νίκος Τερζόγλου, Χρήστος Στεφόπουλος, Θεόδωρος Ζαλοκώστας, Κωνσταντίνος Μπασακίδης, Γιώργος Αγραφιώτης, Κωνσταντίνος Ξηροτύρης, Αριστείδης Λαδιάς και Σωτήρης Τσιτσιπής.  Όλοι τους είχαν αποταχθεί από το στράτευμα επειδή είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ και είχαν γίνει μέλη του ΚΚΕ.  Σύμφωνα με τις αποφάσεις 6, 43, 18, 8, 10, 12 και 14/1945 του Β’ Ειδικού Στρατιωτικού Συμβουλίου, τέθηκαν μαζί με 20 περίπου ακόμα συμμαθητές τους στις τάξεις των «εκτός υπηρεσίας και οργανικών θέσεων τελούντων», ενώ οι Τσιτσιπής και Μπασακίδης προφυλακίστηκαν τον Οκτώβριο του 1945 ως ενεχόμενοι σε φόνους. Σε μια πολυσέλιδη αναφορά του προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, (Δεκέμβριος 1945), γραμμένη στις Φυλακές Ακροναυπλίας, ο Μπασακίδης σημείωνε την δράση του στο αλβανικό μέτωπο, την πρόταση παρασημοφόρησης, τις μάχες εναντίον των Γερμανών και κατέληγε με πικρία, πως «καθ’ όλην την διάρκειαν της Κατοχής ουδέποτε εξετέλεσα πράξεις αντιβαίνουσας προς την τιμήν και αξιοπρέπειαν του αξιωματικού. Ουδέποτε παρεσύρθην από ιδιοτέλειαν και πάντοτε έπραξα το καθήκον μου συμφώνως προς τας διαταγάς ανωτέρων μου και συμμαχικάς επιταγάς». Οι νεκροί αξιωματικοί-αντάρτες του ΔΣΕ ήταν οι εξής: Ο Θεόδωρος Ζαλοκώστας («Παλιούρας») σκοτώθηκε στις 22 Απριλίου 1947 στην περιοχή της Άρτας. Ο Κωνσταντίνος Μπασακίδης, που είχε αναδειχθεί σε επιτελικό αξιωματικό της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ Πελοποννήσου, χάθηκε στις 14 Μαρτίου 1949 στο ύψωμα «Δρακοβούνι» στη Βόρεια Αρκαδία, στην προσπάθειά του να διασπάσει μια ενέδρα των ΛΟΚ. Ένας από τους ελάχιστους επιζώντες αντάρτες της ενέδρας, αφηγήθηκε στον γράφοντα πως ο Μπασακίδης εξέπνευσε μετά από αρκετές ώρες φωνάζοντας τραυματισμένος στο σκοτάδι «Δεν βρίσκεται κανένας να με αποτελειώσει;». Δυο μήνες αργότερα, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ο Αριστείδης Λαδιάς έχανε τη ζωή του στο ύψωμα Κουλκουθούρια στις 18 Μαίου 1949, κατά τη διάρκεια της αιματοβαμμένης προσπάθειας της 18ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ να ανακαταλάβει το Βίτσι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του συμμαθητή του από την ΣΣΕ και συμμαχητή του στο ΔΣΕ, Απόστολου Κοκμάδη, που τον συνάντησε την παραμονή της μάχης, «στο πρόσωπό του φαινόταν πως γνώριζε το τέλος του…». Τον ίδιο μήνα χανόταν και ο «Λοκρός». Ο Σωτήρης Τσιτσιπής, επιτελάρχης της 138 Ταξιαρχίας του ΔΣΕ, συνελήφθη αιχμάλωτος στον ορεινό χώρο μεταξύ Άρτας και Τρικάλων, εξαντλημένος και ρακένδυτος, ακολουθώντας τα υπολείμματα των αντάρτικων τμημάτων της Θεσσαλίας. Παραπέμφθηκε απευθείας στο Στρατοδικείο Τρικάλων με διαταγή του Θρασύβουλου Τσακαλώτου και εκτελέστηκε στα τέλη Μαΐου του 1949 στα Τρίκαλα, αν και θρυλείται πως ορισμένοι συμμαθητές του επιχείρησαν να αποτρέψουν την θανατική του καταδίκη. Και οι τέσσερις, όπως και όλοι οι ομόβαθμοί τους μόνιμοι αξιωματικοί, ονομάστηκαν από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (ΠΔΚ) του ΚΚΕ αντισυνταγματάρχες «τιμημένοι νεκροί» σύμφωνα με την ορολογία των ανταρτών του ΔΣΕ.

ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΩΡΑ

Δεκαοκτώ χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, η Τάξη του 1940 επανήλθε στο προσκήνιο, με τρόπο απροσδόκητο και δυναμικό. Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 οργανώθηκε και εκτελέστηκε από μια τριανδρία την οποία αποτελούσαν ο ταξίαρχος Τ/Θ Στυλιανός Παττακός και οι συνταγματάρχες ΠΒ,  Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος, συμμαθητές και ανθυπολοχαγοί του 1940. Ο ηγέτης των πραξικοπηματιών, Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε διατελέσει επανειλημμένα Αρχηγός Τάξης, με το βαθμό του επιλοχία, Αρχηγός Σχολής και αποφοίτησε με σειρά επιτυχίας 2 στο Πυροβολικό. Η εντυπωσιακή προσωπική πορεία του Παπαδόπουλου έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας από τους ιστορικούς της μεταπολεμικής περιόδου, ωστόσο αρκετές πτυχές της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας παραμένουν ακόμα άγνωστες. Γεννημένος τον Μάιο του 1919 στο Ελαιοχώρι Αχαϊας, υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ως ανθυπολοχαγός, διοικητής ουλαμού πυροβολικού. Την περίοδο της Κατοχής παρέμεινε σχετικά αδρανής, συνδεόμενος μόνο με την οργάνωση Χ στην Αθήνα (οι μαρτυρίες που τον φέρουν αξιωματικό των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πάτρα δεν επιβεβαιώνονται), ενώ μετά το 1945 υπήρξε σημαίνον στέλεχος σε μυστικές οργανώσεις μέσα στους κόλπους του στρατεύματος, οπως την ΕΝΑ (Ένωσις Νέων Αξιωματικών) που αργότερα απορροφήθηκε από τον ΙΔΕΑ. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και την Σχολή Εθνικής Αμύνης και παρασημοφορήθηκε με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, τον Πολεμικό Σταυρό και το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων. Ως χαρακτήρας ήταν αυστηρός, πειθαρχικός και ιδιαίτερα φιλόδοξος: «Από τη Σχολή ο Παπαδόπουλος είχε ένα «τουπέ», μια φιλαυτία μπορώ να σου πω, που τον ξεχώριζε κάπως…Ήταν αυτό που θα λέγαμε «σπασίκλας», ωστόσο ποτέ δεν κάρφωσε κανέναν απο μας που πηδάγαμε και καμιά μάντρα –έπαιρνε πάντα την ευθύνη πάνω του– και αυτό μου είχε κάνει εντύπωση». (Μαρτυρία Απόστολου Κοκμάδη). Αυτή η εγνωσμένη από εχθρούς και φίλους φιλοδοξία του Παπαδόπουλου αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στο γνωστό παρωνύμιο που τον συνόδευε για αρκετά χρόνια προτού αναλάβει «επαναστατικώ δικαίω» την τύχη της χώρας: «Νάσερ της Ελλάδας». Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, μετεκπαιδεύτηκε στις ΗΠΑ και υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις και μονάδες πυροβολικού και την περίοδο 1959-1964 εντάχθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), οπότε και ξεκινά η «σκοτεινή» περίοδος της ζωής του. Διετέλεσε επικεφαλής της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας και Κατασκοπείας (με το βαθμό του ταγματάρχη) αποκτώντας στενές υπηρεσιακές σχέσεις με τα κλιμάκια της CIA στην Ελλάδα. Το 1961, από την θέση του κλαδάρχη της Υπηρεσίας Ειδικών Μελετών της ΚΥΠ πρωταγωνίστησε στη διαμόρφωση του μυστικού κυβερνητικού σχεδίου «Περικλής» που είχε στόχο να πλήξει την πολιτική επιρροή της ΕΔΑ με διάφορα «ειδικά» μέτρα εκτός συνταγματικής νομιμότητας. Το 1964 ήταν διοικητής της 117 ΜΠΠ στην Ορεστιάδα, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη και εμπλέχθηκε στο περίφημο «σαμποτάζ του Έβρου», μια ενορχηστρωμένη προβοκάτσια που ο ίδιος κατασκεύασε εναντίον ανδρών της μονάδας, με στόχο τη δήθεν ύπαρξη παράνομου κομμουνιστικού δικτύου στον Έβρο. Παραπέμφθηκε ως ηθικός αυτουργός βασανιστηρίων στη Στρατιωτική Δικαιοσύνη αλλά απαλλάχθηκε, δείγμα της ήδη εδραιωμένης φήμης του και των ισχυρών γνωριμιών που διέθετε στην ιεραρχία των ενόπλων δυνάμεων αλλά και μια προσωπική-οικογενειακή σχέση με την οικογένεια του Γεωργίου Παπανδρέου. Το 1966 προήχθη σε συνταγματάρχη με το βαθμό του συνταγματάρχη ως υποδιευθυντής του ΙΙΙ Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΣ, οπότε και ξεκίνησε η προπαρασκευή της «επανάστασης». Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ανέλαβε διαδοχικά Υπουργός Προεδρίας, πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Εξωτερικών. Στις 21 Μαρτίου 1972 αντικατέστησε τον (διορισμένο) αντιβασιλέα Γεώργιο Ζωιτάκη στην αντιβασιλεία και τον Ιούνιο του 1973, μετά από νώθο κυρωτικό δημοψήφισμα, ανακήρυξε την αβασίλευτη δημοκρατία με προσωρινό πρόεδρο δημοκρατίας τον ίδιο και αντιπρόεδρο τον Οδυσσέα Αγγελή.
Τα κυβερνητικά σχήματα της επταετίας 1967-1974 που έμεινε στο νεοελληνικό λεξιλόγιο ως «Χούντα των Συνταγματαρχών» στελέχωσαν πράγματι αρκετοί συνταγματάρχες, εκ των οποίων αρκετοί απόφοιτοι της Τάξης, όπως ο Ιωάννης Λαδάς ως Υπουργός Εσωτερικών και ο Νικόλαος Γκαντώνας που το 1968 ανέλαβε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο Τρύφωνας Αποστολόπουλος διορίστηκε διευθυντής στην πειραματική τηλεόραση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ και στη συνέχεια ΥΕΝΕΔ), ενώ ο Γρηγόριος Μπονάνος ανέλαβε Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων (ΑΕΔ), θέση από την οποία «καθοδήγησε» την δραματική εμπλοκή της χώρας στον τραγικό πόλεμο της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974. Να σημειωθεί πως ο Μπονάνος ήταν ο μόνος από την Τάξη του 1940 που έφτασε στο βαθμό του Στρατηγού.
Κλείνοντας την αναφορά στην περίοδο της Δικτατορίας, πρέπει να σταθούμε σε μια ακόμα περίπτωση που επιβεβαιώνει με τρόπο απόλυτο (όσο και τραγικό) πως η Τάξη του 1940  κάλυψε κάθε πιθανό πολιτικό στρατόπεδο κατά τη διάρκεια της ταραγμένης εμφυλιακής και μετεμφυλιακής περιόδου: Ο συνταγματάρχης ΠΖ, Δημήτριος Οπρόπουλος –πρώτος αριστούχος ανάμεσα στους νεαρούς ανθυπολοχαγούς 29 χρόνια πριν (σειρά επιτυχίας 1 στο Πεζικό) και αξιωματικός μεγάλου κύρους– βρέθηκε στις πρώτες γραμμές της αντιδικτατορικής αντίστασης. Στα πλαίσια του βασιλικού αντιπραξικοπήματος της 13ης Δεκεμβρίου 1967, σχεδίαζε (ως διοικητής τάγματος) μαζί με αρκετούς ομόβαθμούς του την κατάληψη διαφόρων στρατοπέδων στην Αττική, καθώς και της ΑΣΔΕΝ. Η κίνηση απέτυχε και όλοι οι μετέχοντες συνελήφθησαν. Ο ίδιος ο Οπρόπουλος εξορίστηκε και βασανίστηκε –κατά τραγική ειρωνεία, από τους πρώην συμμαθητές του– και έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω. Η Χούντα του επέτρεψε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, από όπου και συνέχισε τη δράση του εναντίον του καθεστώτος.
Στις 23 Αυγούστου 1975, ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Ιωάννης Ντεγιάννης διάβασε την απόφαση της ιστορικής «Δίκης των Πρωταιτίων» του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου που καταδίκαζε σε θάνατο και καθαίρεση τους Γεώργιο Παπαδόπουλο, Νικόλαο Μακαρέζο και Στυλιανό Παττακό, με τις κατηγορίες της στάσης και της εσχάτης προδοσίας. Η μετατροπή της ποινής σε ισόβια από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήταν το συμβολικό τέλος της «μακράς» εμφυλιακής περιόδου, ενώ σηματοδότησε την «αποστράτευση» μιας ολόκληρης γενιάς  στρατιωτικών που επί δεκαετίες πρωταγωνιστούσε στα δρώμενα, ξεκινώντας από το αλβανικό μέτωπο και φτάνοντας μέχρι το σημείο να κυβερνήσει δικτατορικά την χώρα.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

            Η Μεταπολίτευση βρήκε την Τάξη διχασμένη και σκορπισμένη. Το 1980, με πρωτοβουλία του απόφοιτου της Τάξης και τότε ταξίαρχου ΠΖ Μελέτη Κριεκούκη, εκδόθηκε και κυκλοφόρησε ανάμεσα στους παλιούς συμμαθητές το αναμνηστικό λεύκωμα της Τάξης με πλήρη ονομαστικά στοιχεία, στατιστικές απωλειών, ακόμα και ανέκδοτα. Από εκεί πληροφορούμαστε ότι από τους 289 αποφοιτήσαντες βρίσκονταν τότε στη ζωή οι 190 εκ των οποίων 23 έφεραν το βαθμό του αντιστράτηγου, 55 του υποστράτηγου, 39 του ταξίαρχου, 13 του συνταγματάρχη και 13 του αντισυνταγματάρχη. Υπήρχαν επίσης και 36 που έφεραν τον βαθμό του υπολοχαγού και προφανώς ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν την καριέρα του στρατιωτικού επειδή θέλησαν να ιδιωτεύσουν ή είχαν αποταχθεί από το στράτευμα ως «κομμουνιστές». Ωστόσο, μετά την αποστρατεία και των τελευταίων εν ενεργεία αξιωματικών στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι συναντήσεις των παλιών συμμαθητών που είχαν καθιερωθεί τουλάχιστον μια φορά το χρόνο (το μήνα Οκτώβριο) στη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΛΑΕΔ) στο Σαρόγλειο Μέγαρο υπερέβαιναν στην πράξη όλες τις διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Είναι δε χαρακτηριστικό πως το Λεύκωμα της Τάξης είναι το μοναδικό αναμνηστικό λεύκωμα αποφοίτων της ΣΣΕ (ιδιαίτερα σε σχέση με τα αντίστοιχα των τάξεων 1939, 1940β/1941, 1942 και 1943) που παραθέτει στοιχεία για όλους ανεξαιρέτως τους πεσόντες «αδέλφια-συμμαθητές», ακόμα και αυτούς που σκοτώθηκαν στον ΕΛΑΣ ή στο ΔΣΕ, χωρίς αξιολογικούς προσδιορισμούς ή πολιτικές αιχμές. Δεκαετίες αργότερα, στους παλαίμαχους παρέμενε μόνο η ανάμνηση της αδελφικής φιλίας της Ευελπίδων και η αίσθηση πως όλοι αγάπησαν την πατρίδα με τον τρόπο τους.


ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) Αρχείο ΓΕΣ/ΥΣΑ.
(2) Αρχείο Εβραικού Μουσείου Ελλάδας (ΕΜΕ).
(3) Η ΤΑΞΙΣ ΜΑΣ 1940 (ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ), Κείμενον-επιμέλεια Μελέτης Κριεκούκης, Φεβρουάριος 1980.
(4) Γιάννης Πριόβολος: ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΩΣ Ή ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ. ΜΟΝΙΜΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΣΤΟΝ ΕΛΑΣ. Εκδόσεις Αλφειός, Αθήνα 2009.
(5) ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ 1975. Εκδοση εφημερίδας «Καθημερινή», Αθήνα, 1998.
(6) Προφορικές μαρτυρίες Απόστολου Κοκμάδη (συνταγματάρχης ΠΒ ε.α.), Σταύρου Παππά (αντιστράτηγος ΠΖ ε.α.), Γεώργιου Βαγενά (αντιστράτηγος ΠΒ ε.α.), Σπυρίδωνα Μπάνου (ταξίαρχου ΔΒ ε.α.).  
(7) http://folders.skai.gr/main/theme?id=204&locale=el


Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Κατώφλι, μήνας έβδομος

Όταν συνήλθα από τον θανατηφόρο πυρετό της, ήταν Σεπτέμβρης. Κοίταξα γύρω μου, τα σεντόνια κολυμπούσαν στο αίμα. Μια φωνή μέσα μου ρέκαζε "σήκω παλικάρι μου, να χαρείς, σήκω. Πρέπει να ζήσουμε...Πρέπει...". Πλύθηκα, ντύθηκα, ξυρίστηκα και περίμενα. Κάθε βράδυ επιστρέφω σπίτι πιο μορφωμένος και πιο δυνατός. Οι μεγάλες ιστορίες είναι πίσω μας. Τώρα οι άλλοι κρατούν σημειώσεις για μένα, με παρατηρούν, μου παίρνουν τη θερμοκρασία. Αλαζονεία. Επαρκής και αναγκαία συνθήκη για την νυχτερινή εγχείρηση. Έκοβα λίγο-λίγο το μυαλό μου σε κομμάτια, τα λιάνιζα στο γουδί, τα έλιωνα και τα έπινα μονορούφι. Όταν είσαι σκοτάδι, τους αλλάζεις τα φώτα -με παρηγορώ και γελάω χαιρέκακα. Σκοτώνω τις αναμνήσεις και τις μουσικές, μία προς μία. Το αίμα τους που χύνεται, πάει στους υπονόμους, δεν με παίρνει να το λυπηθώ. Η μνήμη δεν αξιώθηκε πατρίδα. Κρατάω μοναχά μια ανάμνηση στην τσέπη. Είχα κάποτε αποκαλέσει το επίχρισμα άδεια σκουριά. Και με διόρθωσε: Άγια.
(Σε διαβάζουν. Και μετά σε πετάνε στα σκουπίδια, σαν κοινή εφημερίδα. Η μοίρα σου γραφικέ. Δέξου τη).
  

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Συνοροπόνος

Αντί να μεγαλώνεις, μικραίνεις.
Κάθε μέρα το πρόσωπό σου πλησιάζει το μικρό κορίτσι που όλο και μ' αρέσει. Αυτό που θα διάλεγα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα και τότε και τώρα. Με ξεπερνάει όλο αυτό, κυρίως γιατί με μπερδεύει. Δεν έχω έναρξη, δεν έχω χρονικό terminus, δεν θυμάμαι πότε άρχισα να παρατηρώ τα δάχτυλά σου, πότε άρχισα να κοιτάζω πιο κάτω από το λαιμό σου. Δεν θυμάμαι πότε με επισκέφθηκες πρώτη φορά με τη μορφή αυτής της φευγαλέας σκέψης που μας παραδίδει στον ύπνο. Γιατί δε θυμάμαι; Ίσως επειδή έχουμε παρακολουθήσει ο ένας τον άλλον να εξελίσσεται, πάνε κάμποσα χρόνια -αλήθεια. Με έχεις γνωρίσει από αγόρι, μόλις που μπουσούλαγα.
Φαίνεται πως μόνο πρόσφατα άρχισα να εκπέμπω.
Φαίνεται πως μόνο πρόσφατα άρχισες να εκπέμπεις κι εσύ. Ίσως πάλι να ΄ναι ο χρόνος ο κανονικός, που μας χαράζει σχισμές για να υποδεχόμαστε το φως, τον ήχο και το ρεύμα. Χωρίς να μας ρωτήσει. 
Χρησιμοποιώ δεύτερο ενικό, το πρόσεξες; Δε το συνηθίζω...
Έχω μια ισχυρή αίσθηση ενός συνόρου μαζί σου. Σαν αλληγορία: Λίγα σκαλιά χωρίζουν το πολύβουο προφανές μιας διασκεδαστικής έκθεσης ανθρώπων και ιστοριών από το σιωπηλό, μυστηριώδες αφανές ενός υπερυψωμένου χώρου, μακριά από τα πολλά βλέμματα. Είναι το σταθερό και απαρασάλευτο φόντο μιας σκηνοθετημένης παράστασης, μιας ροκ συναυλίας. Κι εσύ ο σταθερός ρυθμός των ντραμς, η συνοχή του συνόλου. Οι υπόλοιποι μπορεί και να καταρρεύσουν στη σκηνή από την υπερπροσπάθεια, εσύ όμως έχεις σταθερή ροή ενέργειας, δεν την σπαταλάς. Ο έρωτας μου θα πρέπει να ντυθεί τη στολή του θράσους. Όπλο για να επιχειρήσω να επιβάλλω τον εαυτό μου, να αποσταθεροποιήσω αυτή τη συμπαντική ισορροπία, να σου ταράξει τους κύκλους και τα χαρτιά σου. Πολλά θα ήθελα να πω. Κι ακόμα περισσότερα να κάνω. Μα μόνη η ιδέα ότι θα ταράξω τα νερά της λίμνης σου, με κάνει να τρέμω.

Συμπάθα με που φλυαρώ, μα συνοροπονάω. Από τότε που άρχισα να σέρνω τα πόδια μου σ' αυτή τη γη, έστρεφα ικετευτικά κεφάλι, μάτια, στόμα και χέρια στις πιο "αόρατες" παρουσίες αυτού του κόσμου, τις σιωπηλές ροές, το σουέλ του ωκεανού. 
Κι ερωτεύομαι κορίτσια σιωπηλά και διακριτικά. 
Που προσηλώνονται στη δουλειά τους, με τη σημασία της συνεισφοράς τους αντιστρόφως ανάλογη της εξωτερίκευσής τους. 
Που καρφώνουν τα μάτια τους στο πάτωμα. 
Που το τσιγάρο στα χείλη δεν είναι πόζα αλλά στοχασμός. 
Που ρίχνουν το βλέμμα τους μακριά, σα δίχτυ ψαρέματος ονείρων.
Που νιώθουν. Με κάθε τους κύτταρο.
Που αφουγκράζονται.
Κι είναι πιο αδιάβατο σύνορο τα μάτια σου. Από κει και πέρα ξεκινάει το πυκνό σου ναρκοπέδιο. Δε με τρομάζει τίποτα εκτός από το βάθος σου. Εκεί σταματάω. Και είμαι απόλυτα τρομοκρατημένος. Tα αιώνια κι αλάνθαστα σημάδια που με κάνουν να ανησυχώ: Τρέμω, προσποιούμαι (αποτυχημένα),  ξαφνιάζομαι και γλυκαίνω. Από τα κόκκινα ίχνη  που σκορπίζεις στην καθημερινότητά μου.        

Ανοίγω τα ιερατικά μου βιβλία, τις εκδόσεις για λίγους. Καβαφική συνήθεια. Και με αναγνωρίζω σε τούτη την περικοπή: 
Αγγίζω σταθερά με τα γυμνά μου χέρια την κορνίζα του πορτραίτου σου 
Οι γωνίες μοναδικές αγκαλιές 
για τα δικά μας τα βαλτωμένα νιάτα 
που ποτέ κανείς δεν κατάλαβε
ποιος ο λόγος που στέκουνε μαρμαρωμένα
ασάλευτα, ακίνητα
Άλλοι το λένε σοκ, άλλοι κατάσταση πανικού
μήτε το ένα, μήτε το άλλο όμως είναι
Για το στόμα έμειναν μόνο από κείνες τις ξεφτιλισμένες λέξεις
που δυσλεκτικά κομμάτια σύνδεσης μπλόκαραν
ασχήμαιναν και φίμωναν
ένα σ' αγαπώ αληθινό.
Ένα σ' αγαπώ που το έκαμα κορνίζα
αγγίζοντάς το σταθερά με τα γυμνά μου χέρια

Αν πάθεις κάτι, θα σκοτωθώ. 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Τάσος Μαγλαρίδης: Το ξεχασμένο θύμα ενός άγριου Νοέμβρη

Στις 28 Οκτωβρίου 1980, το παράρτημα της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) Νεάπολης Θεσσαλονίκης κλήθηκε από το Δήμο Νεάπολης να παραστεί επίσημα στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της εθνικής επετείου. Σύμφωνα με απόφαση του ΥΔΤ Αναστάσιου Μπάλκου, εκείνη την ωραία εποχή, δεν επιτρεπόταν οι σύλλογοι βετεράνων που πρόσκεινταν στο ΚΚΕ και οι οργανώσεις των εαμιτών αντιστασιακών να καταθέτουν στεφάνια. Την ώρα της παρέλασης και της κατάθεσης στεφάνου, μια ομάδα χωροφυλάκων απώθησε βίαια τα μέλη του παραρτήματος χτυπώντας τους με γκλόμπς, γροθιές και κλωτσιές. Ο παλιός Εαμίτης Τάσος Μαγλαρίδης, 76ετών, δέχτηκε ένα ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από τους χωροφύλακες και έμεινε αναίσθητος. Πέθανε στις 30 Νοεμβρίου στο νοσοκομείο, όπου είχε διακομιστεί, αφού πάλεψε 33 μέρες με τον θάνατο. 
Είχε εν τω μεταξύ μεσολαβήσει το μακελειό στην επέτειο του Πολυτεχνείου και η Συντονιστική Επιτροπή της ΠΕΑΕΑ-Θυμάτων Κατοχής εξέδωσε μια μακροσκελέστατη ανακοίνωση στην οποία μεταξύ άλλων ανέφεραν πως "στα πρόσφατα θύματα της πρόκλησης και των άγριων επιθέσεων εναντίον του λαού, ο οποίος γιόρταζε την επέτειο του Πολυτεχνείου -Σταματίνα Κανελλοπούλου και Ιάκωβο Κουμή- προστέθηκε ακόμα ένας νεκρός: ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Τάσος Μαγλαρίδης. Ένας ακόμα νεκρός προστέθηκε στο πάνθεον των ηρώων και μαρτύρων της Θεσσαλονίκης πλάι στο Ζεύγο, τον Νικηφορίδη, τον Λαμπράκη, τον Χαλκίδη και τον Τσαρουχά, που έβαψαν με το αίμα τους τη γη της συμπρωτεύουσας". 
Η αίσθηση της παντοδυναμίας των παρακρατικών ομάδων στην Θεσσαλονίκη επανήλθε στην επικαιρότητα, δυναμώνοντας παράλληλα και το αίτημα για αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Για τους ηλικιωμένους πια συναγωνιστές του, ο Τάσος Μαγλαρίδης ήταν ο τελευταίος νεκρός του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Και ο θάνατός του, θυσία στην υπηρεσία μιας ιερής υπόθεσης. 

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Εξιλέωσης συνέχεια


Έχω δει πολλές φορές να σπάνε και να σφαδάζουν μπροστά μου, καρφωμένοι από τις ερωτήσεις μου. Αλλά σήμερα με συνέλαβα στον καθρέφτη των ματιών του, σα μεγάλη νυχτερίδα που τρεφόταν από τη νιότη του.
Και σε ποια μούσα να χρεώσω τη βεβήλωση της ψυχής;
Πώς να δικαιολογήσω το σπάσιμο μιας ιερής σιωπής;
Τρανταζόταν σε κάθε του λέξη. Το είδες;
Απόψε είμαι άυπνος.
Για συμπαράσταση.