Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

De Profundis, no 1


You and me wearing raincoats / standing solo in the sun / You and me chasing paper / getting nowhere / We are on our way home / We are going home (Lennon / McCartney).

Τον γνώρισα όταν ήμασταν περισσότερο παιδιά απ' ό,τι τώρα. Ίσα-ίσα που βάζαμε ξυράφι στο πρόσωπό μας. Έξω από ένα αμφιθέατρο, στο κτίριο με τα γυμνά μπετά δυο κουβέντες. Φορούσε καρώ πουκάμισο και γυαλιά, σα να μου έλεγε "σου μοιάζω, μη φοβάσαι". Ένα απόγεμα κορόιδευε μια πράσινη κασετίνα που είχα -ενθύμιο από το σχολείο (το μόνο άψυχο αντικείμενο που κρατούσα πεισματικά από τα πιο αδιάφορα χρόνια της ζωής μου) -και την ακουμπούσα πάνω στο έδρανο. Δεν του κράτησα κακία. Μετά τον έβλεπα με κείνο το μαύρο παλτό και τις τραγιάσκες του να μοιάζει με πρίγκηπα. "Πολύ στυλάτος" σκέφτηκα. Η φιλία διάβηκε, όπως συνήθως συμβαίνει, την πόρτα της αλληλοεκτίμησης. Ο καλύτερος αρχαιολόγος της γενιάς μου. Τάξη του 2002. Διαβάζαμε κλασική αρχαιολογία στο σπουδαστήριο, με μάθαινε τι θα πει θριγκός, πρόστυλο, δίπτερος ναός, με μύησε στον John Boardman, γέλαγε όταν ανακάλυψα την ετυμολογία της λέξης "εκατόμπεδος" σα να μου έλεγε "έρχεσαι δεύτερος". Μετά τον έβλεπα στους διαδρόμους σκεφτικό, μια φευγαλέα φιγούρα, θηρίο στο κλουβί, έμαθα ότι τον είχε πυροβολήσει στο ψαχνό μια κοκκινομάλλα. Κι αυτός έκρυβε την πληγή του στήθους μέσα στο μαύρο του παλτό. Ο πρίγκηπας. Ο πρώτος που πήρα τηλέφωνο να του εξιστορήσω την γλύκα της πρώτης μου χυλόπιτας. Απ' τους λίγους που αντιλήφθηκαν το χιούμορ μου, κάποιος που μπορώ να εκτοξεύω ατάκες που κανείς άλλος δεν καταλαβαίνει, ένας ολοδικός μας κώδικας. Εσύ κι εγώ παράταιροι. Εγωιστές, φιλόδοξοι, ενίοτε υπερφίαλοι, με τρομακτικά συναισθηματικά αποθέματα, απύθμενη ευαισθησία και βαθιά κατανόηση. Τα ισχυρά μας όπλα. Ατομικές βόμβες. Τα σημάδια αναγνώρισης είχαν περάσει σε άλλο επίπεδο, δεν αφορούσαν πια ενδυματολογικές επιλογές. Είμαστε φίλοι πια. Και ξέρεις τι σκέφτηκα πρόσφατα που ήμουνα άδειος και μόνος; Ότι εμείς (ο καθένας μόνος αλλά κι οι δύο μαζί) δε βγήκαμε ποτέ να χτυπήσουμε γκόμενες, δεν πήγαμε στο μπουρδέλο, δεν τα σπάσαμε στα μπουζούκια (εσύ, εγώ ναι!), δεν  ψωνίσαμε ακριβά ρούχα (εγώ, εσύ ναι!), δεν κάναμε καφρίλες, δεν πήραμε αυτοκίνητα να τρέχουμε με διακόσια στην παραλιακή. Αυτό που οι άλλοι λένε εφηβεία, και υπόσχεται αναδρομικές ονειρώξεις, μας προσπέρασε ή το αγνοήσαμε; Της φανήκαμε άσχημοι ή μας φάνηκε δύσκολη; Ποιος φόβισε τον άλλον; Αλλά μετά θυμήθηκα τις αθηναικές βόλτες, άσκοπα σουλατσαρίσματα στην πόλη που τόσο αγαπάμε, να μου δείχνεις αρχαία κτίρια, να σου δείχνω κατοχικά, διέλυσαν μεμιάς όλες αυτές τις σκέψεις. "Ρε συ, λες να μη μας καταλάβουν εκεί έξω; Να μη μας νιώσουν; Λες να τους τρομάξουμε;" "Μπορεί. Αλλά αν συμβεί κάτι, πάρε με τηλέφωνο...", "Ναι ρε, εγώ είμαι εδώ". "Πάντα...".
Πόσα χρόνια πέρασαν; Δέκα. Μεγαλώσαμε. Και δε χωράμε πια στα παλιά μας ρούχα. Μεγάλες δόξες πριν τριανταρήσουμε, στην τσέπη μας ένα από τα δυσκολότερα έπαθλα: ο σεβασμός και η αναγνώριση των μεγαλυτέρων μας. Κερδίσαμε τη γνώση. Κάναμε τη διαφορά. Κι όμως, εμείς οι άριστοι, οι σπασίκλες, με τα αριστεία, τα βραβεία, τους τόμους της Εκδοτικής Αθηνών και το κεφάλι γεμάτο χρυσάφι αλλά και με την καθυστερημένη εφηβεία, τα πήλινα πόδια, τις καρδιές-μαρούλια, τα ενδιαφέροντα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν άλλον και τα  κενά που περιμένουν ακόμα το τσιμέντο και το μολύβι να χυθεί ώστε να γίνουν αρμοί, σαρωθήκαμε σαν κλαράκια από χαμόγελα, αγγίγματα, φιλιά και σώματα που μεταμορφώθηκαν στα πιο καταστροφικά τσουνάμι. Μας άνοιξαν θυρίδες στα σκοτάδια. Αλλά κι εμείς δεν αντέξαμε τους εαυτούς μας. Mας πρόδωσε ο εαυτός μας γαμώτο. Γινόμασταν σαν ηλίθιοι ο "άλλος", δεν κάναμε δεύτερες σκέψεις ποτέ. Ίσως επειδή αγαπάμε ολοκληρωτικά ως έφηβοι, ίσως από την αδηφάγο περιέργειά μας, ίσως επειδή δεν αντέχουμε να βλέπουμε κορίτσια να κλαίνε, ίσως επειδή ζηλεύαμε ενδόμυχα, ίσως επειδή θέλαμε να δραπετεύσουμε από την τάξη, να το σκάσουμε, ίσως γιατί σπάσαν τα γυαλιά μας και θέλαμε να μας πάρουν απ' το χέρι στο άγνωστο, στο τέλειο, στο παν. Και τότε που μου έλεγες ότι όλα είναι δρόμος και να μη φοβάμαι το όνειρο, μάντεψε σε ποιο δρόμο μας ξέρασε το όνειρο: Να πονάς και να επανέρχεσαι στην στάση του εμβρύου, να κλαις ηττημένος -πες ταπεινωμένος- δαγκώνοντας το μαξιλάρι εκείνες τις νύχτες που μοιάζουν ατέλειωτες. And no one calls us to the land / and no one knows the wheres or whys...Εμείς, που ήττα και μηδενικά δε γνωρίσαμε στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, εκμηδενιστήκαμε στο στίβο μάχης με τα αληθινά πυρά...Θνητοί θεοί. Μικροπρεπείς. Ταπεινοί. Δειλοί. Σκοτεινοί. Φοβισμένοι. Μείναμε μεταξεταστέοι και κατατρομάξαμε. Ξέσπασε βίαια ό,τι μαζεύαμε τόσα χρόνια, ό,τι ασφυκτιούσε για να βγει. Μας αποσυντόνισε, εμάς τους σοβαρούς και μετρημένους και ψύχραιμους και δυνατούς του εργαστηρίου δοκιμών. Και αντί να το δεχτούμε, το μεγιστοποιήσαμε γιατί, βλέπεις, ηδονή ο πόνος, στάχτη ο έρωτας, απάτη η ομορφιά, καύσιμο για την ποίηση του Yeats και τα σόλο του Gilmour. Θέλαμε άσματα ηρωικά και πένθιμα. Αλλά είναι κρύα τα υπόγεια, εκεί που βγάζεις ένα-ένα τα θραύσματα από τις σφαίρες ντουμ-ντουμ, σφαίρες αδέσποτες. Τρελό μου διαμάντι, μας εξιτάρει το Πολυτεχνείο γιατί εσύ κι εγώ αγαπάμε όσο τίποτα τις νύχτες του ορυμαγδού και του θανάτου, οι άλλες μας φαίνονται λίγες κι αδιάφορες. "Ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας / "Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε" / Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά...". Πονάνε τα τραύματα λοχία. Μάθημα πορείας νυχτερινό. Αυτό κι αν ήταν μάθημα...
Εσύ κι εγώ λατρεύουμε το παρελθόν (Είτε υστερορωμαικό τείχος, είτε αντάρτης απ' τη Δεσφίνα, είναι ο παιδότοπός μας, πάει και τέλειωσε). Εσύ κι εγώ δυο μουσικά φεστιβάλ μεγατόνων, αν βάλεις μαζί το Monterey και το Woodstock, θα γίνει χαμός. Εσύ κι εγώ μαζί, δε μας χωράει ο πλανήτης. Εσύ κι εγώ είμαστε φίλοι. Κι αυτή τη χιονονιφάδα δεν θα τη λιώσει καμιά κόλαση.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου