Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Μιλώντας για τους μαχητές του Γοργοποτάμου

Από τους αντάρτες που πήραν μέρος στη μάχη για την κατάληψη της γέφυρας του Γοργοποτάμου γνωρίζουμε ονομαστικά περίπου τους 120. Είμαστε επίσης ευτυχείς να διαθέτουμε αρκετά στοιχεία της ταυτότητάς τους, όπως ηλικία, τόπο καταγωγής, επαγγελματική ιδιότητα, κοινωνική προέλευση. Με αυτό τον τρόπο είμαστε σε θέση να κάνουμε κάποιες στατιστικές παρατηρήσεις, ένα είδος «κοινωνικού» προφίλ των πρωταγωνιστών της κορυφαίας στιγμής της Εθνικής Αντίστασης. Τα ατομικά χαρακτηριστικά, η καταγωγή και η προιστορία του καθενός μας επιτρέπουν να εξακριβώσουμε μια κοινή κοινωνική προέλευση και να εξάγουμε κάποια πολύτιμα συμπεράσματα.
 Οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο Γοργοπόταμο τη νύχτα της 25ης προς 26η Νοεμβρίου 1942 ήταν τα τυπικότερα δείγματα των ανθρώπων που επάνδρωναν τις αντάρτικες ομάδες στην κατεχόμενη Ελλάδα: Νεαροί άντρες που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είχαν καν υπηρετήσει στρατιώτες, βοσκοί και γεωργοί, ελάχιστοι φοιτητές, χωροφύλακες και αστυνομικοί που είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους, τρεις μόνιμοι αξιωματικοί και ορισμένοι  έφεδροι, ιερείς κλπ. Ένα ετερόκλητο σύνολο που ενώθηκε σε ένα κοινό σκοπό σύμφωνα με το πνεύμα της εθελοντικής στράτευσης και της ανάγκης για διαπαραταξιακή και καθολική αντίσταση στον κατακτητή πέρα από κοινωνικά στρώματα, ιδεολογική τοποθέτηση ή ηλικία. Ως προς το τελευταίο, ο Γοργοπόταμος προσφέρεται για υπόθεση εργασίας. Στο ίδιο πεδίο μάχης βρέθηκαν μεσήλικοι βετεράνοι παλαιότερων πολέμων και πολεμιστές της Αλβανίας πλάι σε ανήλικους πολεμιστές που θα έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός. Οι νεαρότεροι αντάρτες στο Γοργοπόταμο ήταν ο 15χρονος Νίκος Ζέρβας του ΕΔΕΣ, ανηψιός του Ναπολέοντα Ζέρβα και ο 16χρονος Κώστας Γκέκας (Ατρόμητος) του ΕΛΑΣ. Μεγαλύτεροι ήταν ο 60χρονος Αλέκος Ζέρβας και φυσικά ο ίδιος ο Ναπολέων Ζέρβας (γεννημένος του 1890), ο «Γερο-Μενέλαος» (Αναστάσιος Σαρισαμλής) του ΕΛΑΣ, από το Παπασλί της Μικράς Ασίας που ήταν ήδη 50 ετών εκείνη την εποχή, καθώς και οι Κομνηνός Πυρομάγλου και Σίμος Παραστατίδης του ΕΔΕΣ, 44 και 50 ετών αντίστοιχα. Ο τελευταίος μάλιστα, κατά πληροφορίες των συναγωνιστών του, είχε διατελέσει επικεφαλής ενόπλου σώματος («οπλαρχηγός») στη Μικρασιατική Εκστρατεία.  
Οι πρώτοι αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ ήταν συμπατριώτες και συντοπίτες. Αποτέλεσμα ήταν να παρατηρείται μια ομοιογένεια που εξύψωνε το ηθικό, ακύρωνε τις δυσκολίες της αντάρτικης ζωής και εγγυόταν αλληλεγγύη κατά τη μάχη. Η ιεραρχία ήταν επίσης κάτι πολύ σχετικό. Ο Αρης Βελουχιώτης και ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν, τουλάχιστον στην πρώτη φάση, αντάρτες-πολέμαρχοι, δηλαδή πρώτοι μεταξύ ίσων και φρόντιζαν να επιβάλλονται στους αντάρτες τους μάλλον με το προσωπικό τους παράδειγμα ανδρείας παρά με κάποιο κομματικό κύρος στην πρώτη περίπτωση ή στρατιωτικές δάφνες του παρελθόντος στη δεύτερη. Το αντάρτικο λειτουργούσε ως προέκταση του κοινού τόπου κατοικίας, του σχολείου ή της ενορίας μέσω μιας εθελοντικής επιστράτευσης που, σε αντίθεση με έναν τακτικό στρατό, δεν εξαφάνιζε το στοιχείο της τοπικότητας, αντίθετα το ευνοούσε. Οι 29 από τους 53 αντάρτες του ΕΔΕΣ των οποίων τα ονόματα γνωρίζουμε κατάγονταν από τα χωριά της Αρτας: Πηγές, Μεγαλόχαρη, Μεσόπυργος (ή Σωμερού), Βελεντζικό και Ασπροχώρι. Δέκα από αυτούς κατάγονταν από τις Πηγές Αρτας ενώ ο εμβληματικός παπα-Σπύρος Ζαφείρης από τη Μεγαλόχαρη ήταν ιερέας του χωριού. Η παρέα ενός χωριού παρέμενε ως παρέα και στον πόλεμο.
Η κοινή καταγωγή προδίδει κάθε φορά τις γεωγραφικές βάσεις σταθεροποίησης και εξάπλωσης των αντάρτικων ομάδων. Σε ό,τι αφορά τις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ), ο Ζέρβας επέλεξε τη συγκεκριμένη περιοχή επειδή και ο ίδιος ήταν Αρτινός και γνώριζε πρόσωπα, πράγματα και –πολύ βασικό– νοοτροπίες. Ακριβώς ίδια ήταν και η λογική του Αρη Βελουχιώτη που κατόρθωσε να οργανώσει τον πιο αξιόμαχο στρατό της Αντίστασης χρησιμοποιώντας ως πυρήνα την περιοχή της Ρούμελης. Εκτός από ελάχιστους Αθηναίους, όλοι οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που πήραν μέρος στο Γοργοπόταμο ήταν ρουμελιώτες. Περίπου το 1/3 κατάγονταν από τα φτωχά χωριά της Ευρυτανίας (Δομνίστα, Βουτύρου, Αγιος Γεώργιος, Φουρνά κ.ά.). Οι ορεινοί όγκοι της Ευρυτανίας, της Φθιώτιδας και της Παρνασσίδας έδωσαν τους πρωτοπόρους του ΕΛΑΣ και εξασφάλισαν την ομαδική στράτευση των κατοίκων στην υπόθεση ενός πανεθνικού ένοπλου αγώνα, στοχεύοντας όμως παράλληλα στο φιλότιμο και την ανάδειξη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Αυτό σημαίνει πως ο στόχος της πανελλαδικής εξάπλωσης κάθε άλλο παρά αντιστρατευόταν την ανάγκη προάσπισης της οικογένειας του καθενός, του χωριού του ή και των διπλανών χωριών.


Κάποιες ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ παρέμειναν μέχρι το τέλος του Αγώνα συνδεμένες με τον τόπο καταγωγής τους λειτουργώντας ως τοπικοί καπετάνιοι. Η ομάδα του Δήμου Καραλίβανου από το χωριό Προσήλιο (Σεγδίτσα) της Γκιώνας και η ομάδα Τζιβάρα-Αγουρίδη από τα χωριά της δυτικής Φθιώτιδας, Δυο Βουνά, Σκαμνό και Δέλφινο είναι οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σπύρου Κολονίκη (Καραμπίνα) από το Κλειδί της Αρτας που παρέμεινε εγκατεστημένος στην περιοχή του χωριού του, κι αυτό ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους αντάρτες του ΕΔΕΣ στη Ρούμελη.
Η δόξα του Γοργοποτάμου έγκειται στο γεγονός πως οι κύριοι συντελεστές της επιχείρησης, δηλαδή οι αντάρτες που κατανίκησαν την ιταλική φρουρά επιτρέποντας έτσι στους Βρετανούς να πραγματοποιήσουν την ανατίναξη, δεν ήταν «επαγγελματίες» πολεμιστές ή στρατιωτικοί. Ορισμένοι μαχητές ήταν στην κυριολεξία αυτό που θα λέγανε τόσο οι αντίπαλοί τους όσο και οι φανεροί ή κρυφοί θαυμαστές τους, «κατσαπλιάδες»: Οι Δήμος Καραλίβανος, Θεοχάρης Πολύχρονος, Θύμιος Μπάφας, Πολύκαρπος Καπούρος, Λουκάς Τζίτζιρας, Γιώργος Φουσέκης και Γιώργος Κασούτσας από το Προσήλιο (Σεγδίτσα) ήταν τα αρχέτυπα των πρώτων ΕΛΑΣιτών: Ανθρωποι του τουφεκιού, κάποιοι από αυτούς φυγόδικοι για εγκλήματα τιμής, έμοιαζαν, όπως έγραψε και ένας από τους Βρετανούς της Ομάδας Harling όταν τους αντίκρισε πρώτη φορά, «σα να έχουν βγει από τις σελίδες του 1821»: φορούσαν φουστανέλλες της ανακτορικής φρουράς, ευζωνικό ντουλαμά, τσαρούχια, χλαίνες του ελληνικού στρατού, διάφορα φυλακτά,  ασημοκέντητες πιστολοθήκες και ευζωνικά φάρια στο κεφάλι. Ο επαναλαμβανόμενος χαρακτηρισμός «ληστές» που χρησιμοποιεί ο Ζέρβας για να περιγράψει τους «ανθρώπους του τουφεκιού», όπως τους χαρακτηρίζει, αντάρτες του ΕΛΑΣ όταν τους συνάντησε στη Βίνιανη αποκρύπτει μια ξεκάθαρη διάθεση υποβιβασμού, αν και λίγοι θα αρνούνταν πως τέτοιοι ληστές σε καιρό ξένης Κατοχής αντιπροσώπευαν «ό,τι πιο τίμιο και ηθικό είχε να επιδείξει αυτός ο τόπος» (Σπύρος Μπέκιος). Μαζί με αυτούς τους πρώην ληστές συμπολέμησαν και οι πρώην διώκτες τους: οπλίτες και αξιωματικοί της χωροφυλακής που εγκατέλειψαν τους σταθμούς και τις διοικήσεις στην ύπαιθρο και ενώθηκαν με τους μαχητές της ελευθερίας προτιμώντας να υπακούσουν στο ηθικό χρέος παρά τη θεσμική υποχρέωση. Αυτοί ήταν οι Νίκος Κωστορίζος (Γκέκας), Νίκος Χατζής (Καραφωτιάς), Γιώργος Κατσίφας (Βάρδας), Αριστείδης Γερακιανάκης και Γρηγόρης Γρηγορίου (Τζιμ) του ΕΛΑΣ και οι Χριστόδουλος Δερμιτζάκης και Γιώργος Ματσούκας του ΕΔΕΣ.  
Παρόλα αυτά, από μια στρατιωτική επιχείρηση δε θα μπορούσε να μην ξεχωρίζει το στοιχείο της στρατιωτικής εκπαίδευσης και «τεχνογνωσίας». Το ποσοστό των μόνιμων αξιωματικών που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση αντιστοιχούσε με αυτό του συνόλου  των αξιωματικών που βρέθηκε στο Αντάρτικο. Στους μαχητές συγκαταλέγονταν ο ανθυπίλαρχος (Εύελπις ΙΙΙ Τάξεως) Δημήτρης Δημητρίου (Νικηφόρος), ο ανθυπολοχαγός πεζικού Σωτήρης Παπαχρήστου (Τάξη 1939 της Σχολής Ευελπίδων) και ο πρωτοετής εύελπις Λεωνίδας Πετροπουλάκης που είχε αξιοσημείωτη πείρα έχοντας πολεμήσει στη Μάχη της Κρήτης το 1941. Η ιδιότητά τους ως μόνιμοι αξιωματικοί συνετέλεσε στο να τοποθετηθούν ως ομαδάρχες τμημάτων αν και κατά το σχεδιασμό της επιχείρησης προβάδισμα δόθηκε σε εμπειρότερους «αλβανομάχους» έφεδρους αξιωματικούς, όπως ο ανθυπολοχαγός Κώστας Καβρέντζος και ο λοχαγός Μιχάλης Μυριδάκης που ουσιαστικά τέθηκαν επικεφαλής της κύριας επίθεσης και ο ανθυπολοχαγός μηχανικού Σπύρος Μπέκιος που ως πλαγιοφυλακή, ανέλαβε να υπονομεύσει τη σιδηροδρομική γραμμή από την πλευρά της Λαμίας.  
Τελευταίο πρέπει να θιγεί το ζήτημα της ιδεολογικής ταυτότητας. Το κίνητρο που ώθησε κατά συντριπτική πλειοψηφία τους πρώτους αντάρτες ήταν αναμφισβήτητα η φιλοπατρία. Οι πολεμιστές της Αλβανίας ήθελαν να ξαναζήσουν την ανεπανάληπτη εμπειρία του μετώπου, οι νεώτεροι έψαχναν τη χαμένη τους ευκαιρία, ενώ το μίσος κατά των Ιταλών εξισορροπούσε την έλλειψη όπλων, πυρομαχικών, ρουχισμού, τροφής και αρβυλών. Με αυστηρούς όρους, οι αντάρτες ήταν ιδεολογικά «αγράμματοι» και μόνο στη συνέχεια διαμόρφωσαν κάποιου είδους πολιτική συνείδηση, που στην καλύτερη περίπτωση ταυτιζόταν με κάποιο ρηχό φανατισμό χωρίς ιδιαίτερες αναζητήσεις. Το παρακάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία του Στέργιου Βούλγαρη για τον φανατισμένο πολεμιστή και πρακτικά αγράμματο αντάρτη του ΕΔΕΣ, παπα-Σπύρο Ζαφείρη είναι χαρακτηριστικό: «[Τον Οκτώβριο του ‘43], ο δεσπότης της Άρτας και κανα-δυο άλλοι πήγαιναν στο Βουλγαρέλι, στο στρατηγείο του Ζέρβα να τον παρακαλέσουν ν’ αφήσουν κάτι Γερμανούς αιχμαλώτους που ‘χαμε πιάσει για να μην κάψουν τα χωριά οι Γερμανοί. Και στο δρόμο βρίσκει τον παπα-Σπύρο ο δεσπότης. Ανασηκωμένο το ράσο –το ‘χε μαζωμένο στη ζώνη– και τ’ οπλοπολυβόλο στον ώμο. Μόλις το είδε ο παπάς, σέκος ο δεσπότης (γέλια): «Παπα-Σπύρο!…Παπα-Σπύρο!…Τι, τι βλέπω;!». Ο παπα-Σπύρος: «Α, τι βλέπεις δεσπότη; –λέει. Κάνω εκείνο που μου είπες…Ακούς; Σκοτώνω κομμουνιστάς (γέλια) που πολέμαν’ τη θρησκεία –δεν πολεμάν τη θρησκεία; Ε, αυτό κάνω ‘γω: υπερασπίζομαι τη θρησκεία…».


Δεν θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε πως η εμπειρία του Γοργοποτάμου και η ολιγόχρονη συνύπαρξη των δύο οργανώσεων υπήρχε η αρχή των μεταξύ τους προστριβών. Από τις πρώτες μέρες φάνηκαν οι διαφορές νοοτροπίας ανάμεσα στις δύο οργανώσεις. Στις συνειδήσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ εμπεδώθηκε το γεγονός πως οι «ζερβικοί» ήταν εξαρτήματα και μισθοφόροι των Εγγλέζων, ενώ αντίστροφα, για τους ΕΔΕΣίτες, οι «κομμουνιστές» σκότωναν ανθρώπους για πλάκα και δυνάστευαν τους χωρικούς. Η διαφορετική ίσως αντίληψη διεξαγωγής ενός αγώνα εμπεριείχε τα πρώτα σπέρματα της πολιτικής διχόνοιας που ένα χρόνο αργότερα, θα κατέληγε σε γενικευμένη ένοπλη σύρραξη. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως ο κάθε αντάρτης διέθετε ως εκείνη τη στιγμή άρτιο ιδεολογικό εξοπλισμό.   
             Ποια ήταν όμως η εξέλιξη ή κατάληξη των πρωταγωνιστών του Γοργοποτάμου; Είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον καθένα τους ξεχωριστά, αφού η κατοπινή τους προσωπική πορεία ακολούθησε τις πιο ένδοξες ή τις δραματικές διαδρομές της Ελλάδας στη δεκαετία του ’40 Από τους αντάρτες που έλαβαν μέρος στο Γοργοπόταμο, οι δεκαεννέα σκοτώθηκαν αργότερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής από διάφορες αιτίες. Οι επτά από αυτούς ανήκαν στον ΕΔΕΣ και οι δώδεκα στον ΕΛΑΣ. Πιο αναλυτικά:
Ο ανθυπολοχαγός των ΕΟΕΑ και ένας από τους τραυματίες της επιχείρησης, Παπαχρήστος Σωτήριος τραυματίστηκε θανάσιμα το Μάιο του 1943 κοντά στο χωριό Παπαδάτες Ηπείρου από τυχαία εκπυρσοκρότηση του αυτομάτου όπλου του Sten ενώ βάδιζε με τους αντάρτες του εναντίον των Ιταλών που είχαν κινηθεί εναντίον του από τη Φιλιππιάδα Άρτης προς τις Παπαδάτες. Χτυπήθηκε στην κοιλιακή χώρα, ενώ πριν υποκύψει στο μοιραίο, υπαγόρευσε στον έφεδρο ανθυπολοχαγό Αθανάσιο Γεωργακόπουλο μια επιστολή: «Στρατηγέ μου, πεθαίνω με το παράπονο που δεν έζησα να δω την πατρίδα μου ελεύθερη. Έχω δύο αδερφές. Σε παρακαλώ να φροντίσεις για την αποκατάστασή τους. Ζήτω η Ελλάς, ζήτω ο ΕΔΕΣ, ζήτω ο Ζέρβας». Ενας θάνατος μάλλον άδοξος για ένα μόνιμο αξιωματικό με διακρίσεις στην Αλβανία και πρωτοπόρο αντάρτη. Με τον ίδιο τρόπο σκοτώθηκε και ο Νικόλαος Γεωργούλας από τις Πηγές Άρτας, στην Πύλη Τρικάλων Θεσσαλίας το Φεβρουάριο του 1943, επίσης από τυχαία εκπυρσοκρότηση του όπλου του Sten. Είχε πολεμήσει στην Αλβανία με το Ι Τάγμα Ευζώνων και έλαβε μέρος στις μάχες του Καλπακίου. Ως αντάρτης πολέμησε στη Σκουληκαριά, Κλειδί, Γαύροβο και στο Γοργοπόταμο ως οπλοπολυβολητής όπου και διακρίθηκε.
Τον Οκτώβριο του 1943, στις πρώτες φονικές μάχες εναντίον των Γερμανών, χάθηκαν οι Κωνσταντίνος Φώτου,  Μιλτιάδης Μπάλας και ο γενναίος Λεωνίδας Πετροπουλάκης που είχε αναδειχθεί σε διοικητή Τάγματος των ΕΟΕΑ. Οι δύο πρώτοι σκοτώθηκαν στις σκληρές αμυντικές μάχες των ανταρτών κοντά στο Βουλγαρέλι ενώ ο τρίτος σκοτώθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1943 κοντά στο χωριό Πέτα από οβίδα του γερμανικού πυροβολικού. Τη μέρα της κηδείας του, ο Ζέρβας σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Σήμερα παρέδωσα στην αγκαλιά της μάνας γης το καλύτερο παιδί μου». Οσον αφορά τον Κωνσταντίνο Φώτου αξίζει να αναφερθεί πως είχε χάσει δύο αδέλφια του στον πόλεμο της Μικράς Ασίας, τον Αντώνη και το Γιάννη, ενώ λίγο διάστημα μετά το Γοργοπόταμο, ο ανθυπολοχαγός Σωτήρης Παπαχρήστου είχε βαφτίσει το γιο του δίνοντάς του το όνομα Σωτήρης σε ανάμνηση της φιλίας και των κοινών αγώνων τους. Ο Ευάγγελος Καπές, πολυβολητής στο αλβανικό μέτωπο, σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από ατύχημα.
Από την πλευρά του ΕΛΑΣ, δύο πολεμιστές του Γοργοποτάμου έπεσαν στη μάχη κατά των δυνάμεων Κατοχής, και οι δύο μέλη της Ομάδας Καραλίβανου: Ο Γιώργος Κασούτσας σκοτώθηκε στη Μάχη της Αγίας Τριάδας Καλοσκοπής (5 Ιανουαρίου 1944) πολεμώντας με το ΙΙ/36 Τάγμα του ΕΛΑΣ εναντίον Γερμανών καταδρομέων και ο Γιώργος Φουσέκης στη Μάχη των Γαργαλιάνων (19 Σεπτεμβρίου 1944) εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ο δεύτερος, χάρη στην ανδρεία του, είχε ενταχθεί ως σαλπιγκτής στους Μαυροσκούφηδες, δηλαδή την προσωπική φρουρά του Αρη Βελουχιώτη. Ενας τρίτος αντάρτης του ΕΛΑΣ, ο Κώστας Αποστολόπουλος (Καραισκάκης) υπέκυψε το 1946 από τα τραύματα που είχε λάβει στη μεγάλη Μάχη της Αράχωβας (10 Σεπτεμβρίου 1943) πολεμώντας εναντίον των Γερμανών

Δυστυχώς, οι περισσότεροι από τους πολεμιστές του Γοργοποτάμου που έχασαν αργότερα τη ζωή τους, σκοτώθηκαν από ελληνικά χέρια. Η πλέον λυπηρή περίπτωση αφορά τους Νίκο Κωστορίζο, Νίκο Δικαίο, Νίκο Χατζή και Γιώργο Κατσίφα που μια περίπου εβδομάδα μετά την επιχείρηση εγκατέλειψαν χωρίς προειδοποίηση τον ΕΛΑΣ με 21 άλλους αντάρτες, στην πλειοψηφία τους πρώην οπλίτες και υπαξιωματικοί της Χωροφυλακής επειδή αρνούνταν να υπηρετήσουν πλέον σε ένα «κομμουνιστικό» αντάρτικο. Η πράξη αυτή θεωρήθηκε λιποταξία και προδοσία του Αντάρτικου το οποίο τους είχε τιμήσει με υπεύθυνες θέσεις. Μετά από καταδίωξη αρκετών εβδομάδων, συνελήφθησαν από τα τμήματα του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας και επτά «πρωταίτιοι», ανάμεσά τους οι Κωστορίζος, Χατζής, Ξηντάρας Δικαίος και Κατσίφας πέρασαν από ανταρτοδικείο και εκτελέστηκαν στην Σπερχειάδα το Μάρτιο του 1943. Ο Νίκος Δικαίος (Νικηταράς), Ελληνας της Κωνσταντινούπολης ζήτησε να μη σκοτωθεί από ελληνική σφαίρα αλλά να τον αφήσουν να συνεχίσει να πολεμά τον εχθρό, το αίτημά του όμως δεν έγινε δεκτό. Ο Κωστορίζος έδειξε μεγάλη ψυχραιμία μπροστά στο απόσπασμα και εκτελέστηκε φορώντας το πηλίκιο του αεροπόρου –είχε υπηρετήσει ως επισμηνίας-πιλότος στο αλβανικό μέτωπο. Τον Απρίλιο, οι Γιάννης Τζιβάρας και Στάθης Αγουρίδης εκτελέστηκαν από τον Αρη Βελουχιώτη μαζί με 11 ακόμα μέλη της συμμορίας τους επειδή είχαν αυτονομηθεί και παρεκτραπεί εντελώς από τον αγώνα και πραγματοποιώντας ληστείες και αποτρόπαιες δολοφονίες στα χωριά της δυτικής Φθιώτιδας. Η εκτέλεσή τους λειτούργησε παραδειγματικά και εμπέδωσε περαιτέρω το κύρος του ΕΛΑΣ ως πειθαρχημένου στρατού αφοσιωμένου στα πατριωτικά του καθήκοντα.
Ακολούθησε το φθινόπωρο του 1943 ο εμφύλιος ανάμεσα στις δύο οργανώσεις που μαινόταν για μήνες στα θεσσαλικά και ηπειρώτικα εδάφη. Ο εμβληματικός παπά-Σπύρος Ζαφείρης από τη Μεγαλόχαρη της Αρτας σκοτώθηκε στα Μηλιανά Άρτης στη θέση ’’Πεθαμένοι’’ στις 5 Ιανουαρίου 1944 σε μάχη εναντίον του ΕΛΑΣ, ενώ υποτίθεται, πως την προηγούμενη νύχτα είδε σε όραμα τον επικείμενο θάνατό του. Σύμφωνα με το Στέργιο Βούλγαρη, το αίμα του Παπα-Σπύρου δε ζήτησε εκδίκηση: «Τον θάψαμε στα Μηλιανά. Αλλά τον ξεθάψαμε πάλι και τον πήγαμε στον αδερφό του, τον Κώστα Ζαφείρη –επίσης πολεμιστής του Γοργοποτάμου. Ο Κώστας Ζαφείρης είχε στην ομάδα του τρεις ΕΛΑΣίτες που έπιασαν στη Γρέβια και τρεις ακόμα που ‘πιασε ο Κολιός Αντωνάκης. Και είχε έξι αντάρτες [αιχμαλώτους], τρεις απ’ την ενέδρα που ‘χαν στήσει του παπά και τον σκότωσαν και τρεις που τους έπιασαν σε ένα χωριό δίπλα. Και τους πήγαν κάτω και τους είχε ο Κώστας Ζαφείρης, ο αδερφός του. Και όταν έμαθε ότι σκοτώθηκε ο αδερφός του, δεν τους πείραξε…Όχι μόνο δεν τους πείραξε αλλά ακούτε να δείτε τη μεγαλοψυχία: Πήγε ο Κολιός και του λέει: «Αυτοί οι αντάρτες σκότωσαν τον αδερφό σου Κώστα». Αυτός στενοχωρημένος, έβγαλε κι έστριβε τσιγάρα κι είχε σκυμμένο το κεφάλι του –δε σηκώθηκε να τους κοιτάξει καθόλου. Μόλις έστριψε το πρώτο τσιγάρο, «Καπνίζεις ωρέ; –του λέει (αυτοί έτρεμαν απ’ το φόβο τους, σου λέει τώρα θα μας σκοτώσουν). Πάρε…» Τι να πει εκείνος; Πάει στο δεύτερο: «Εσύ καπνίζεις; Πάρ’ το…». Τους έδωσε από ένα τσιγάρο. Κάποια ώρα σηκώνεται, σήκωσε το κεφάλι του: «Άει χαθείτε από δω! Εγώ δε σκοτώνω. Εγώ θα κάνω ό,τι θα ‘κανε ο αδερφός μου ο παπάς. Άει φυγάτε από ‘δω…». Τους απόλυσε κι έφυγαν».
            Στα Δεκεμβριανά σκοτώθηκε ο «λύκος της Γκιώνας» Θεοχάρης Πολύχρονος, ο άνθρωπος που κυριολεκτικά δε φοβόταν κανέναν και τίποτε και ο οποίος είχε μετεξελιχθεί σε καπετάνιο του Ι/34 Τάγματος Αττικής του ΕΛΑΣ. Οντας επικεφαλής των ανδρών του δέχτηκε μια σφαίρα από Βρετανό ελεύθερο σκοπευτή στην περιοχή του νοσοκομείου Σωτηρία και πέθανε ακαριαία. Οι παλιοί αντάρτες του έβγαλαν πικραμένοι μερικούς στίχους που συμπυκνώνουν την τραγική ειρωνεία του συμβάντος: «Κι ο Θεοχάρης έπεσε από Εγγλέζου βόλι / άκουσ’ το Γοργοπόταμε και στρέψε τα νερά σου». Ενας ακόμη νεκρός ήταν ο συγχωριανός του Θύμιος Μπάφας, παλιός κλαρίτης που σκοτώθηκε κατά την αποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αθήνα. Δυο χρόνια αργότερα, ο αρχηγός της Ομάδας των Καραλιβαναίων, ο Δήμος Καραλίβανος που είχε το παρωνύμιο «φτεροδήμος» επειδή όταν περπατούσε έδινε την εντύπωση πως δεν πατούσε στη γη, έχανε τη ζωή του σε συμπλοκή με απόσπασμα χωροφυλακής ως καταδιωκόμενος στη Γκίωνα.
            Το μεγαλύτερο θύμα ήταν ένας από τους αρχηγούς της επιχείρησης. Τριανταδύο μήνες μετά το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμά του, ο αρχηγός του ΕΛΑΣ, Αρης Βελουχιώτης, αυτοκτόνησε στις 16 Ιουνίου 1945 στη Μεσούντα του Αχελώου μετά από καταδίωξη από την Εθνοφυλακή και παραστρατιωτικές ομάδες (στις οποίες πρωταγωνιστούσαν παλιοί αντάρτες του ΕΔΕΣ). Το κεφάλι του, μαζί με αυτό του συντρόφου του Τζαβέλλα, κόπηκε και εκτέθηκε στην πλατεία των Τρικάλων γράφοντας τον αποτρόπαιο επίλογο μιας ηγετικής φυσιογνωμίας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Μέσα σε κλίμα άγριας τρομοκρατίας όπου πρώην ΕΛΑΣίτες γίνονταν καθημερινά στόχος δολοφονικών επιθέσεων, η εφημερίδα του ΕΑΜ, «Ελεύθερη Ελλάδα» έγραφε τις επόμενες μέρες να σταματήσει αυτό το αίσχος προσθέτοντας πως το κεφάλι πρέπει να κατεβεί αμέσως από το φανοστάτη και να μεταφερθεί στη γέφυρα του Γοργοποτάμου, «εκεί που ο Αρης δόξασε την Ελλάδα».
Στον Εμφύλιο Πόλεμο που ακολούθησε, χάθηκαν οι Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής) και Παντελής Λάσκας (Πελοπίδας). Ο πρώτος είχε εντυπωσιακή εξέλιξη φτάνοντας να γίνει καπετάνιος του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Από το 1946 έως τον Ιούνιο του 1949 που σκοτώθηκε, ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός των ανταρτών στη Στερεά Ελλάδα, διοικητής της ΙΙ Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Ο δεύτερος σκοτώθηκε ως ταγματάρχης του ΔΣΕ σε ενέδρα κοντά στη Δαύλεια οδηγώντας το τμήμα του σε επιχείρηση. Στην αντίπερα όχθη βρέθηκε ένας συμπολεμιστής τους στο Γοργοπόταμο, ο παλιός αντάρτης των ΕΟΕΑ, Γρίβας Νικόλαος από τη Μεγαλόχαρη Άρτης που σκοτώθηκε ως στρατιώτης στις φονικές μάχες του Βίτσι το 1949. Κατά χρονολογική σειρά, τελευταίο θύμα πολέμου ήταν ο αντάρτης των ΕΟΕΑ Γεώργιος Αρβανίτης από το Σύντεκνο Βάλτου ο οποίος σκοτώθηκε στον Πόλεμο της Κορέας ως ανθυπολοχαγός πεζικού· ο άλλος αδερφός του Κώστας είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο.

Οι πολεμιστές του Γοργοποτάμου ήταν ως επί το πλείστον οι ίδιοι σεμνοί και διακριτικοί άνθρωποι που στην Κατοχή έπραξαν το ηθικό τους καθήκον χωρίς καμία υστεροβουλία. Οι περισσότεροι αποσύρθηκαν στα χωριά τους και ιδιώτευσαν και για αυτό το λόγο χρειάστηκε κόπος και δεκαετίες για να συγκεντρωθούν τα ονόματά τους από κάποιους –το ίδιο ανυστερόβουλους– συναγωνιστές τους. Κάποιοι που ανδρώθηκαν στις μάχες του Αντάρτικου, εντάχθηκαν στις τάξεις του Στρατού, όπως ο Στέργιος Βούλγαρης και ο Νίκος Ζέρβας του ΕΔΕΣ. Αλλοι που ήταν ήδη στο Στρατό, όπως ο Νικηφόρος, αποτάχθηκαν μεταπολεμικά ως κομμουνιστές. Αντάρτες του ΕΛΑΣ, όπως ο Σπύρος Μπέκιος έμειναν στη φυλακή έως και 16 χρόνια (ως το 1964), πληρώνοντας τη μισαλλοδοξία της εμφυλιακής ανωμαλίας. Ο Ζέρβας σταδιοδρόμησε ως πολιτικός, ίδρυσε δικό του κόμμα –το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος– και έφτασε να γίνει Υπουργός Δημόσιας Τάξης το 1947 κεφαλαιοποιώντας τις κατοχικές του δάφνες.
Σε κάποιο απόσπασμα από τα απομνημονεύματά του, ο αρχηγός του ΕΔΕΣ παραδέχτηκε πως οι αντάρτες του παρουσίαζαν αξιολύπητη εμφάνιση σε σχέση με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και έμοιαζαν με «άθλιο μπουλούκι». Τελικά ίσως εξεπλάγη κι ο ίδιος πως αυτό το «άθλιο μπουλούκι» διέσχισε τις χιονισμένες πλαγιές της Οίτης, πολέμησε και νίκησε Ιταλούς στρατιώτες μέσα στις οχυρωμένες τους θέσεις και είχε το προνόμιο να δει τη φοβερότερη λάμψη που συγκλόνισε τη σκλαβωμένη Ελλάδα.    

1 σχόλιο:

  1. Βρήκα τη σελίδα σας εντελώς τυχαία και μου προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο για την περιγραφή των γεγονότων όσο κυρίως για θέματα της ιστορίας που εσκεμμένα, ίσως, μας αποκρύπτονται σήμερα.
    Από τους πρώτους αντάρτες του ΕΑΜ ΕΛΑΣ, ήταν ο Ηλίας Κατσιγιάννης (1919 - 1994), από το χωριό Τρύφος Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Μπήκε στο ΔΣΕ στις 22-06-1946 και πιάστηκε στις 2-11-1949. Αποφυλακίστηκε το 1964 από τις φυλακές Αλικαρνασσού. Παρακαλώ πολύ, αν κάποιος γνωρίζει κάτι γι αυτόν θα ήθελα να επικοινωνήσει μαζί μου (civil13vk@gmail.com). Στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση μπορώ να σας δώσω κάθε πληροφορία για το σκοπό της αναζήτησής μου.

    Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή