Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο ήλιος ήταν δικός μας. Τον μοιραστήκαμε...

O άγγελος ήρθε από μακριά, μέσα σε ένα λεπτό στρώμα αέρα. Είχε τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα, γεγονός που κερδίζει αμέσως την πρώτη εντύπωση. Ούτε με κοίταξε αλλά ποιος είπε ότι απαγορεύεται η χρονομέτρηση από το ασυνείδητο; Συζώ επί ένα χρόνο περίπου με έναν άγουρο και ακατέργαστο πόθο, τη διαφημίζω με πάθος στους άλλους. Όταν δεν μιλάνε για τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, τον Ολυμπιακό ή τη 12η Ολομέλεια, τα αγόρια της φιλοσοφικής (που σκορπίσανε στην αποστράτευση) ρωτάνε και ανταλλάζουν γούστα για τους θηλυκούς κατοίκους στο κτίριο με τα γυμνά μπετά. Κατασταλαγμένος εγώ και προσηλωμένος (αυτή η τιτάνια η προσήλωσή σου Χανδρινέ, ευλογία και κατάρα...) στο πιο βαθύ μπλε που είχα αντικρίσει, κατευτυχισμένος που είχα αποσπάσει το όνομά της στο πρώτο σάλτο μορτάλε. Μίλαγε ακατάπαυστα (το συνήθιζε κι εγώ το ερμήνευα όπως με βόλευε) μα εγώ είχα απορροφηθεί από το σαγόνι της, ήθελα να γίνω εκείνο το τσιρότο (δεν το είπα, κρατήθηκα). Και να μη σε ξαναδώ, δε με πειράζει. Σε είδα μια φορά και χόρτασα...

Δεν χρειάζεται σώνει και καλά να το βάλω στη σειρά, να το αφηγηθώ, να το κρυσταλλώσω. Μα θέλω να το ξορκίσω και να το νταντέψω μέσα μου ταυτόχρονα. Να μεστώσει, να βγει αψέντι σε μπουκάλια. Ψάχνεις ημερομηνίες; Ψάχνεις ενάρξεις; Να σε βοηθήσω; 29 Απριλίου 2007. Χρόνια πολλά Ιάσονα...Σκουντούφλησε χαριτωμένα καθώς πρόβαλλε  μέσα από κοπάδια κόσμου, κόκκινο κρασί πήρα και με μιμήθηκε. Τα φεγγάρια φταίνε σίγουρα, συγχωρεμένε Νίκο Παπάζογλου, τα αναθεματισμένα φεγγάρια...Αν ο Γιώργος δεν ήταν εκεί να με κρατήσει, θα είχα πανικοβληθεί, αρρώσταινα και μόνο στη σκέψη ότι θα μείνω μόνος μαζί της. Τη γλιτώσαμε κι απόψε τη συγκοπή που την είχα σίγουρη έτσι και μου όρμαγε...Ως πότε θα παίζεις κρυφτό με την άνοιξη;

Αυτοκόλλητοι. Να κόβουμε στα μέτρα μας όλη την παγκόσμια λογοτεχνία. Να ασφυκτιά η συναισθηματική μας εγγραμματοσύνη, ό,τι δεν είχαμε δώσει μέχρι τότε, σπονδές ο ένας στα πόδια του άλλου, να ξεχειλίζει...Ηλεκτρισμένα τα μάτια μας, φορτίζουν κάθε στενό αυτής της πόλης που τη βλέπω πια αλλιώτικη...Στη βιβλιοθήκη χάνω για πρώτη φορά το παιχνίδι της επαφής των ματιών, πόσο ν' αντέξει κανείς μπροστά στη σχισμή του στήθους της; Τα θέλγητρά της ασφυκτιούν μέσα σε ένα τζιν σύνολο, την ώρα που κάνει μπάνιο στο αθηναικό φεγγαρόφωτο, Διονυσίου Αρεοπαγίτου, περασμένες μία, δύο; (ποιος κοιτάει ρολόγια;). Μες στο πολύβουο χαρέμι, ερωτικός χορός, για πάρτη μου και μόνο -πασάς στα Γιάννινα. Ναι, τρέλανέ με κι άλλο μάγισσα...Δείξε μου πόσα θες για να καταλάβεις ότι δεν πάω πουθενά κι απόψε (ούτε απόψε); Δεν έχεις καταλάβει ότι δε μ' ενδιαφέρει τίποτα απτό και εξηγήσιμο; Ούτε πώς σε λένε, ούτε από πού είσαι, ούτε τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, ούτε που βρίσκεται αυτός ο καριόλης που φύτεψε τούτη τη μελαγχολία στα μάτια σου. Μην προσπαθείς άλλο, μην απορείς...Είναι βίτσιο, όταν το φτάνω μέχρι τα απώτατα λεκτικά και ψυχολογικά του όρια. Έτσι καθυστερώ κι απολαμβάνω το προφανές, το καθυστερώ να μη γίνει τόπος, μνημείο, να μείνει λίγο ακόμα άτιτλο, δίχως έρεισμα, διακυβεύματα, ρουτίνες και αντίστροφες μετρήσεις. Φροντισμένος είναι πάντα ο προθάλαμος που χτίζω στα παλάτια μου. Πάνω στο μήνα η διαστροφή λυγίζει, δεν αντέχει άλλο. Τηλέφωνο, αργείς κλασικά, σινεμά στην Ακαδημίας (Τζων Λένον και Γιόκο Όνο), χωνόμαστε στο Αστείο και το στόμα σου μεταμορφώνεται σε ηδονική σχισμή να την ταίζω ξηρούς καρπούς. Και μετά Καπνικαρέα για το γνήσιο της υπογραφής. Δεν πατάω στη γη. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...

Δεν είναι κατάλληλες αυτές οι χρονικές συμβάσεις ιστορικέ. Υπάρχουν πισωγυρίσματα, σαφώς κενά μνήμης που σε τσαντίζουν και σίγουρα δεν θέλεις να ανοίξεις το αρχείο μόνο και μόνο για να βάλεις σωστά τις παραπομπές...Το μονοπάτι έβγαζε σε ένα σπίτι που σου φαινόταν τόσο μα τόσο οικείο. Απόγευμα ήταν. Κι είναι από τότε Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω. Ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, τα χέρια της πλεγμένα στα δικά μου, το κεφάλι της στο στήθος μου. Κάπου εκεί, σε μια στιγμή, ανάμεσα στο αεράκι που εισέβαλλε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, παρέα με χρώματα και όνειρα που δε ρωτούσαν κανένα, και τη γλυκιά φωνή μιας γυναίκας από ένα μηχάνημα -"Κι αφού κι οι δυο μας ναυαγοί, πες πως απόψε βρήκες γη / και ξαναφίλα με" -παρέδωσα για πρώτη φορά το σώμα και το πνεύμα αμαχητί σε κάποια που έμοιαζε να με ξέρει πολύ καλά...Οργώνοντας όλη την Αθήνα πάνω-κάτω, χωρίς μιλιά πολλές φορές (κι ας ασφυκτιά μέσα σου όλη η εγγραμματοσύνη, να βγει, ν' αποκτήσει νόημα...), τους βλέπουμε όλους από την κορυφή του λόφου. "Θα σε πάω στο Λυκαβηττό, να τους έχουμε όλους από κάτω, αγάπη μου..." ένευε με τα μάτια της τα τεράστια, εκείνες τις μπλε εκρήξεις του φωτός. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...Και το σημάδι της γέννησης του πιο όμορφου Ιάσονα που θα περπατήσει ποτέ σ' αυτή τη γη: ένα δάκρυ ευτυχίας...Ένα. Μόνο ένα, αβίαστο και καυτό, ολοζώντανο. Εκεί, στον πραγματικό χρόνο, τον ψεύτη τον κανονικό χρόνο, κι όχι σε βιβλία, στίχους ή σχήματα. Ένα ηλίθιο, άγραφο παιδί, χαμηλών ψυχικών προδιαγραφών, μπερδεμένο και φοβικό, παύει ξαφνικά να νιώθει μόνο του εκεί έξω (ούτε είχε ξαναγίνει ούτε επαναλήφθηκε έκτοτε). Κι αυτό από μόνο του είναι ένα ζήτημα, πάρα μα πάρα πολύ σοβαρό. Απόψε που η γενναιόδωρη αμαξοστοιχία σκίζει ξανά το σκοτάδι με τα εκτυφλωτικά της φώτα, την αρπάζεις και την καβαλάς, ρίχνεις μπροστά το βάρος σου, ξεριζώνεις τα φρένα μανιασμένα και γελώντας δυνατά...Your love bathes you welcome, σοφή χελώνα που αυτοπροστατεύεσαι. Καλέ μου σπασίκλα, το Ολοκαύτωμα του Φωτός και της Αλήθειας σε περιμένει έξω από την πόρτα σου. Θέλει να φύγεις μαζί της για το άγνωστο κι ανυπομονεί κιόλας. Κορνάρει κάτω από το σπίτι σου. Κρατάει τα παιχνίδια της, τα μαγικά της φίλτρα, τα μαχαίρια που ζωγραφίζει στα περιθώρια των σελίδων της. Πάρε μαζί σου λίγα συμπράγκαλα. Δεν θα επιστρέψουμε ποτέ. Έτοιμος;...

Καλά τα μεσημέρια και τα απογέυματα και τα πρωινά αλλά τρέμω σαν το ψάρι όποτε πηγαίνω σπίτι της νύχτα. Την πρώτη φορά κοιμηθήκαμε σε χωριστά κρεβάτια. Το μυαλό μου μπλοκαρισμένο, κατοικούσε μόνο ο Χρόνης Μίσσιος μ' εκείνο το σαγηνευτικό απόσπασμα από το "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς": τα λόγια του Γιώργου, του 17χρονου αρχηγόπουλου στα χαμίνια της Θεσσαλονίκης του '46. Μιλούσε στα τσογλάνια για την καινούρια του κοπελίτσα. "Πήδα τη ρε μαλάκα, θα σου φύγει", "Δεν μπορώ παιδιά, την αγαπάω...". Γελάω μπροστά στον καθρέφτη, παρηγοριέμαι μιλώντας στον από χρόνια σκοτωμένο Γιώργο: δεν είσαι ανίκανος, απλώς είναι αδύνατο να την πηδήξεις την θεά, είσαι τρελαμένος μαζί της, μου 'χει συμβεί, μη φοβάσαι...Ένας άλλος Γιώργος με βρίζει τρυφερά -ο μεγάλος μου αδελφός...Όταν ο άγουρος άντρας έγινε τελικά εραστής, εκείνη η καζαντζακική ανατριχίλα στο δέρμα που σημάδευε κάθε ένωσή του με την Θεά, η ονειρική ενηλικίωση πάνω σε κορμί κατάλευκο, πληθωρικό και εύθραυστο, με τη γεύση του σταριού -το όνειρο κάθε αρσενικού-, όχι, δεν ήταν ιερότερη από τα μάτια, τα δάχτυλά και τη φωνή της που μου διάβαζε ή με φώναζε μες στο σκοτάδι (έτσι όπως ποτέ δεν θα ξανακούσω το όνομά μου...). Δεν ήταν σημαντικότερη η σάρκα από το να τη βάζω για ύπνο, να μυρίζω τα μαλλιά της, να τη σαπουνίζω, να την ξυπνάω, να την αφήνω να με φωτογραφίζει. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...Ο χρόνος δεν περνάει πια ξυστά απ' το πλάι, χαράζεται μέσα μου...Κάθε δευτερόλεπτο μαζί της ισοδύναμο με έτη φωτός στον πραγματικό χρόνο. Τρεις ζωές να την ξεχάσεις δεν φτάνουν. Παράξενο και φονικό ναρκωτικό ο έρωτας: η υπερβολική δόση σκοτώνει. Ενδοφλέβια κάθε ματιά και κάθε χαμόγελο που μου ρίχνεις. Θυμάμαι ένα-ένα τα πρωινά που μου ρούφαγες τελετουργικά το αίμα και το σπέρμα. Ήθελες να με τυφλώσεις, να είσαι σίγουρη ότι δεν θα κοιτάξω καμία άλλη. Ο μύθος του Αγχίση σε ταμπλώ βιβάν, με τη διαφορά ότι εγώ δεν κόμπασα για τη δική μου θεά Αφροδίτη. Τους έβαζα στη θέση τους όλους τους βλάσφημους. Ούτε καν εκείνο το μεσημέρι που βάδιζες πλάι μου και φρέναραν τα αμάξια στη Βασιλίσσης Σοφίας (να θέλω να γελάσω με την ψυχή μου και να μη μπορώ!). Και το βράδυ στο σπίτι να με περιμένεις, να ρωτάς πώς πήγε η μέρα μου, τι βρήκα και τι θα σου διαβάσω απόψε. Κι εγώ συνεχώς να πισωπατάω, άπιστος Θωμάς: "Γιατί μου μαγειρεύεις;", "Γιατί σ' αγαπώ", "Γιατί μ' αγαπάς;", "Γιατί είσαι υπέροχος". Και χαμογελούσε. Πόσο χαμογελούσε. Τη χάιδευα με τα βλέφαρα στο μάγουλό της και τιτίβιζε. Πάντα παίζαμε πόλεμο με ξύλινα όπλα, εγώ κι εκείνη, οι γλώσσες μας συναγωνίζονταν σε υπεροχή, σώματα και βλέμματα εκτόνωναν την ένταση των λέξεων που ήταν άσκοπες, μάταιες και κούφιες, ανήμπορες να περιγράψουν αυτό που ζούσαμε. Και μέσα στα απέραντα όρια των ορθάνοιχτων πια ψυχών μας, οι κουβέντες καμιά φορά αυτονομούνταν και γίνονταν σοβαρές. Αυτοαναφορικές. Πληγωτικές. Άχρηστο κέλυφος, κακιά συνήθεια της έπαρσης, της οίησης που γεννιόταν όταν αναπαυόμασταν στα μαξιλάρια μας και κάναμε όνειρα. Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ τι ακριβώς συζητούσαμε κι ενοχλήσαμε το δέντρο τόσο πολύ, που μας βρόντηξε κάτω απ' τα κλαδιά του. Κι εκείνη η νύχτα του ορυμαγδού και του θανάτου, όταν έσπασα τον τρυφερό καρπό σου μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου για το χρώμα του αίματός σου (ήταν κόκκινο, για φαντάσου...). "Ποια είναι η χειρότερη στιγμή της ζωής σου;", "Δε μπορώ να την περιγράψω γιατρέ, ας πούμε πως ήταν ένα θλιμμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Κι ένας λευκός καναπές, να κοκκινίζει, να κοκκινίζει...". Φυσικά, καμία μα καμία σημασία δεν έχει σήμερα, τώρα, εδώ...Αφού, η ζωή δεν έκανε το μοναδικό μου χατήρι, να κόψει το νήμα πάνω στην πιο τρελή έκσταση, σε ένα από κείνα τα άχρονα βράδια στο Aksaray, στην Πόλη των Πόλεων...Ούρλιαζα, ρέκαζα μέσα μου να τελειώσει εκεί, να μη ζήσω ποτέ τη διάψευση με τη σφραγίδα σου επάνω, να μην σε χάσω...Μια παραζάλη. Μια ατέλειωτη παραζάλη. Θα βγεις γερός;

Έχουμε ακόμα μέρες να ζήσουμε. Και πολλά ακόμα να δούμε.

Κύριε καθηγητά, τα ποτάμια μπαίνουν σε ήρεμες κοίτες και χάνουν την ορμή τους. Γίνονται λίμνες. Όμορφες, ήρεμες, αλλά λίμνες. Μου άρεσε να το ερμηνεύω σαν τιμωρία, σαν αποτέλεσμα λάθος επιλογών, σαν ασυμφωνία χαρακτήρων (!), σαν μοίρα, σαν ανθρώπων έργα, σαν...Μα δεν ήταν παρά η αμείλικτη ελευθερία του έρωτα. Εξαφανίζεται όπως εμφανίζεται και το ξέρεις, άνευ λογου, αιτίας, ελέγχου και λέξεων. Ωστόσο, ακόμα και τώρα που καταλαβαίνω δυο πράματα παραπάνω, φαίνεται εντυπωσιακό πως δεν ακούστηκε ούτε ένα κρακ, ούτε ένας πυροβολισμός. Φιλόστοργος ο άγγελός μου στον επίλογο. Η λεπίδα της ανεβοκατέβηκε ασταπιαία, σταράτα, σημάδεψε κατευθείαν την καρδιά. Δεν χτυπούσε πισώπλατα αυτή, δεν ήξερε τι θα πει προσποίηση κι ούτε είχε τίποτα ανθρώπινο πάνω της έτσι κι αλλιώς...Άστοχη λέξη το τραύμα (το τραύμα το σκαλίζεις, είναι μια απλή τρύπα στο δέρμα, κάποτε επουλώνεται), ήταν ο ίδιος ο άνεμος εξολοθρευτής που ξέκανε σε μια νύχτα τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων. Ένα ακέφαλο πτώμα κρατά μπροστά του μια μάσκα αρχαίας τραγωδίας. Μη σπάσεις μπροστά της (δεν ήταν αξιοπρέπεια, ήταν υπερπροσπάθεια να μη λιποθυμήσω). Ένα αλυσπρίονο κόβει μέσα μου δάση ολόκληρα, θέλω απλώς να κουλουριαστώ και να κλάψω, να συρθώ στο πάτωμα και να ικετέψω "πάρε και την ψυχή μου, πάρτα όλα, πάρε τις παιδικές μου φωτογραφίες και το βαφτιστικό μου σταυρό, μόνο μείνε...". Δάκρυ μαύρο, ανακατεμένο με μολύβι ματιών (εικόνες αμείλικτα απίθανες, και στο φινάλε), καίει το μάγουλό μου. Η τελευταία ρανίδα πίστης σ' αυτή τη ζωή. "Πού θα πας; Εδώ είναι το σπιτάκι μας ρε...". Κι εκείνη η θηλυκή θεότητα με την απύθμενη ευαισθησία, το θανατηφόρο ντεκολτέ, τα χείλια-ίδια φωτιά καρφιτσωμένη στο πάλλευκο τέλειο πρόσωπο, το βλέμμα της υπεροψίας και την ξερολίαση που μου φαινόταν τόσο σέξυ, ταπεινώνεται για κλάσματα του δευτερολέπτου, ένα ανεπαίσθητο τράνταγμα. Είχε γίνει ευάλωτη θνητή, λες και μου έδινε μια άναρθρη ευκαιρία να την αρπάξω, να μην την αφήσω να φύγει από κοντά μου ποτέ. Να της δώσω την ευκαιρία να γίνει αυτό που κάποτε ήθελε. Η αλεπού μου. Εγκλωβισμένη σε ένα δικό μας κόσμο που τον ξέραμε και τον αγγίξαμε. Για χάρη των ιλιγγιωδών αποστάσεων που διανύσαμε, για τα κρυστάλλινα νερά στην Αμοργό, για τα καλντερίμια στη Φολέγανδρο και τα πληγιασμένα μας πόδια, για τις παιδικές μας φοβίες κι ευαισθησίες που πλύναμε και τις κρεμάσαμε να στεγνώσουνε. Οχι. Λάθος συναγερμός. Κάθε ίντσα αυτής της ακτής είναι επισημασμένη και θα δεχτεί πυρά, αν μείνεις ακίνητος, είσαι νεκρός. Πετάω τα κλειδιά στο γραφείο, ένα σακ-βουαγιάζ στα πόδια, στριμωγμένος σ' ένα λεωφορείο για τα λίγα χιλιόμετρα του απόλυτου θρήνου. Από τα κλάματα που δεν είναι λυτρωτικά ξεσπάσματα μα σιδερένια ουρλιαχτά. Κι ένα παιδί που στάθηκε τόσο ευλογημένο, ώστε να ρουφήξει μια άνοιξη κι έναν θάνατο μέχρι τον πάτο, λυγίζει σαν κλαράκι ψιθυρίζοντας λόγια που χαράσουν το ίδιο είδος αλήθειας που χάραζε μια φορά κι ένα καιρό το χέρι του στο στήθος της: Αντίο Ερωμένη, Ψυχή, Φίλη, Συντρόφισα...Ένας λήθαργος και μια νύχτα που τη λέει με τ' όνομά του αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια...Κόβει από τον εαυτό του συνέχεια, χάνει ευκαιρίες, διώχνει ανθρώπους που αξίζουν, πληγώνεται τζάμπα, καταντά εμμονικός, είναι αξιολύπητος όταν γραπώνεται από ψευδαισθήσεις και ζει με τον ανάμικτο οικτοθαυμασμό των άλλων. Σημείωση: Δεν ξαναέκλαψε για αυτήν. Ήταν πολύ στενοχωρημένος για να κλάψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου